Τα προβλήματα είναι αντικειμενικά. Στην τουριστική περίοδο που ξεκινά αυτές τις μέρες, το κόστος λειτουργίας των ξενοδοχείων ανεβαίνει και φέτος, οι ανακαινίσεις γίνονται ακόμα πιο τσουχτερές, το προσωπικό είναι δυσεύρετο και το «πακέτο» γίνεται ακριβότερο.

Οι τουριστικοί επιχειρηματίες νιώθουν ότι βρίσκεται ειδικά αυτή την περίοδο συνεχώς κάποιος με το χέρι στην τσέπη τους. Πρέπει να πληρωθούν πρώτες ύλες, οι τιμές της ενέργειας, τα τέλη των δήμων, το συνεχώς αυξημένο εργατικό κόστος και προφανώς οι υποχρεώσεις προς το κράτος. Από φέτος υπάρχει και η ψηφιακή κάρτα εργασίας που εκτιμάται ότι θα αυξήσει ακόμα περισσότερο το κόστος, σε έναν κλάδο καθαρά εποχικό κλάδο με πολλές ιδιαιτερότητες, καθώς πρέπει να γίνουν πολλά συμπυκνωμένα σε μικρό χρονικό διάστημα.

Τα προβλήματα προφανώς είναι πολλά, αλλά και η αγορά είναι μεγάλη και συνεχώς διευρύνεται. Τα ξενοδοχεία της χώρας αύξησαν τον τζίρο τους το 2024 πάνω από 8%. Ακόμα και οι μικρές μονάδες είδαν μια αύξηση τζίρου άνω του 5%.

Πολλοί αναρωτιούνται τι κρύβεται πίσω από τη συνεχή αύξηση των τουριστικών μεγεθών και η απάντηση είναι απλή. Επενδύσεις σε νέες ποιοτικότερες μονάδες και ανάληψη επιχειρηματικού ρίσκου.

Την τελευταία δεκαετία ο αριθμός των ξενοδοχειακών μονάδων αυξήθηκε μόλις κατά 4% και των δωματίων κατά 11%. Κι όμως ο τουρισμός άλλαξε εικόνα και προσέλκυσε αδιανόητα υψηλό αριθμό τουριστών.

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων το 2015 η χώρα είχε 4.116 ξενοδοχεία δύο αστέρων, πλέον έχει 3.251 (-21%). Την ίδια στιγμή από τα 412 ξενοδοχεία πέντε αστέρων φτάσαμε στα 835 το 2024, μια αύξηση που ξεπερνά το 100%. Ομοίως αυξήθηκαν και τα ξενοδοχεία τεσσάρων αστέρων, τα οποία από 1.331 το 2015 έφτασαν στα 1.898 το 2024 (αύξηση 43%). Αν υπολογίσουμε τον αριθμό δωματίων, τότε τα στοιχεία δείχνουν ακόμα μεγαλύτερη βελτίωση. Τα δωμάτια των πεντάστερων ξενοδοχείων ήταν 62.756 το 2015 και πλέον το 2024 έχουν ανέβει στα 109.628 δωμάτια (+75%). Στην πρώτη θέση ως προς τη δυναμικότητα έχουν ανέβει τα ξενοδοχεία τεσσάρων αστέρων με 130.705 δωμάτια, τα οποία είναι αυξημένα κατά 29% σε σχέση με το 2015. Πρόκειται για μια τεράστια ποιοτική αναβάθμιση του ξενοδοχειακού δυναμικού της χώρας, που συνέβαλε στη συνεχή αύξηση της μέσης τιμής δωματίου, ακόμα και σε μήνες όπως ο Μάιος ή ο Οκτώβριος, όπου πλέον και οι πληρότητες έχουν αυξηθεί. Ο ελληνικός τουρισμός του «rooms to let» έχει δώσει τη θέση του στον τουρισμό πολυτελείας και αυτό είναι ακριβό σπορ. Η χώρα διαθέτει έναν τομέα που «παίζει μπάλα» στα γήπεδα των πρωταθλητών, και αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται…