Βρισκόμαστε στο 2029. Υστερα από την τελευταία συνταγματική αναθεώρηση η διάταξη του άρθρου 86 του Συντάγματος καταργήθηκε. Υπουργοί και υφυπουργοί, για πράξεις που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, υπάγονται πλέον στη δικαιοδοσία των τακτικών ποινικών δικαστηρίων.
Αναλαμβάνει τότε αρμόδιος για την άσκηση της ποινικής δίωξης στην Αθήνα ένας εισαγγελέας πρωτοδικών που πιστεύει ότι αποστολή του είναι να απαλλάξει την Ελλάδα από τη διαφθορά των πολιτικών. Εξετάζει τις εκκρεμείς μηνύσεις και καταγγελίες, επιλέγει μεταξύ αυτών που στρέφονται κατά προσώπων άνευ βουλευτικής ιδιότητας και ασκεί τις ακόλουθες ποινικές διώξεις:
Για απιστία, κατά δύο πρώην υπουργών, Ενέργειας και Εξωτερικών, γιατί ενώ είχε μισθωθεί ιδιωτικό ερευνητικό πλοίο για έρευνες, αυτό, λόγω διπλωματικής εμπλοκής με γειτονική χώρα, παρέμενε ανενεργό επί ένα έτος με το μίσθωμα να καταβάλλεται.
Για θανατηφόρα έκθεση, κατά του εν ενεργεία υπουργού Αμυνας, γιατί σε αποστολή στρατιωτικής δύναμης σε αφρικανική χώρα προς απελευθέρωση ομήρων δύο μέλη της αποστολής σκοτώθηκαν από επίθεση τρομοκρατών.
Για ανθρωποκτονία με ενδεχόμενο δόλο, κατά του εν ενεργεία υπουργού Υγείας, επειδή παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να προφυλάξει τον πληθυσμό από επιθετική επιδημία γρίπης κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους περί τις δέκα χιλιάδες ασθενείς.
Τέλος, για συκοφαντική δυσφήμηση, κατά του πρώην υπουργού Δικαιοσύνης, γιατί, σε δηλώσεις του ως υπουργός, αντιδρώντας σε ομαδική προσφυγή δικαστών για διεκδίκηση αποδοχών, προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη των προσφυγόντων.
Υστερα από κατακραυγή του Τύπου, οι εν ενεργεία υπουργοί παραιτούνται. Οι δίκες διεξάγονται γρήγορα και όλοι οι κατηγορούμενοι καταδικάζονται σε βαριές ποινές. Λόγος άρσης του αδίκου ή του αξιοποίνου δεν τους αναγνωρίζεται, το επιχείρημα ότι ενήργησαν «κατά την άσκηση των καθηκόντων τους» απορρίπτεται.
Η κυβέρνηση παραλύει μετά τις καταδίκες. Κανένας υπουργός ή υφυπουργός δεν αναλαμβάνει οποιαδήποτε δράση που θα εμπεριείχε τον κίνδυνο να βρεθεί μια μέρα κατηγορούμενος. Το μήνυμα εξέρχεται των συνόρων και «φιλικές» γειτονικές κυβερνήσεις αναζητούν τρόπο να εκμεταλλευτούν την κυβερνητική παραλυσία στην Αθήνα.
Πιθανόν να εμπεριέχει μία δόση υπερβολής ό,τι περιγράφηκε. Δεν απέχει όμως πολύ από ό,τι μπορεί να συμβεί αν τελικώς το ειδικό καθεστώς υπουργικής ευθύνης που προβλέπεται στο άρθρο 86 του Συντάγματος καταργηθεί.
Στο άρθρο αυτό δεν θεσπίζεται ένα υπουργικό προνόμιο, μια μορφή προσωπικής ασυλίας. Δεν είναι καν η διάταξη αυτή, όπως συνηθίζεται να λέγεται, μια ασπίδα προστασίας των υπουργών και υφυπουργών κατά προπετών μηνύσεων εις βάρος τους. Η διάταξη προστατεύει την υπουργική λειτουργία κατά του ηθικού κινδύνου οι υπουργοί και οι υφυπουργοί, φοβούμενοι ποινικές διώξεις, να αποφεύγουν να ασκούν τα υπηρεσιακά τους καθήκοντα όπως το δημόσιο συμφέρον το επιβάλλει, σκεπτόμενοι το προσωπικό τους συμφέρον, δηλαδή να μη βρεθούν, ακόμη και στο απώτερο μέλλον, κατηγορούμενοι.
Το ειδικό όμως καθεστώς υπουργικής ευθύνης είναι, στην ελληνική έννομη τάξη, νομικώς αναπόφευκτο. Απορρέει από την αρχή διάκρισης των λειτουργιών, έναν κανόνα που δεν υπόκειται σε αναθεώρηση, και συνεπώς το «σβήσιμο» του άρθρου 86 από το Σύνταγμα θα ήγειρε ζήτημα προσβολής του θεμελιώδους αυτού κανόνα οργάνωσης των κρατικών λειτουργιών. Ιδού τέσσερα σχετικά επιχειρήματα:
Επιχείρημα πρώτο
Το ειδικό καθεστώς υπουργικής ευθύνης καλύπτει μόνο, ως προς τα μέλη της κυβέρνησης και τους υφυπουργούς, «ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους». Δεν είναι αυτά αδικήματα των «κοινών θνητών» ώστε να τεθεί ζήτημα ίσης μεταχείρισης με τους μη ασκούντες κυβερνητικά καθήκοντα. Η διάκριση είναι ουσιώδης, γι’ αυτό και το ειδικό καθεστώς ποινικής ευθύνης που θεσπίζεται είναι απολύτως συμβατό με ό,τι η συνταγματική αρχή της ισότητας των Ελλήνων απαιτεί. Τα περί «φυσικού δικαστή» στην περίπτωση αυτή δεν βρίσκουν προφανώς έδαφος εφαρμογής.
Επιχείρημα δεύτερο
Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών, όπως γίνεται αντιληπτή στις δημοκρατικές κοινωνίες, επιβάλλει την απαγόρευση ανάμειξης μίας από τις τρεις κρατικές εξουσίες – νομοθετικής, εκτελεστικής, δικαστικής – στα έργα της άλλης, εκτός αν προβλέπεται εξαίρεση ρητώς στο ίδιο το Σύνταγμα. Αν η δικαστική εξουσία ηδύνατο, από μόνη της κινούμενη, να εξετάσει ποινική ευθύνη για υπουργική ενέργεια κατά την άσκηση υπουργικών καθηκόντων, θα υπεισερχόταν σε έργα της εκτελεστικής λειτουργίας. Γι’ αυτό, σε κοινοβουλευτικό πολίτευμα όπως είναι το ελληνικό, απαιτείται να παρέμβει η Βουλή, ο θεσμός από όπου αντλεί τη νομιμοποίησή της η κυβέρνηση, άρα και κάθε υπουργός ή υφυπουργός ατομικά, προκειμένου να επιτρέψει στη δικαστική εξουσία να προχωρήσει. Ακόμη και σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου δεν προβλέπεται αντίστοιχη διαδικασία με αυτή του άρθρου 86, οι δικαστές, εμπνεόμενοι από την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, έχουν εισαγάγει ειδικό λόγο απαραδέκτου της ποινικής δίωξης για τις περιπτώσεις αυτές.
Επιχείρημα τρίτο
Ολες οι περιπτώσεις που αναφέρθηκαν στα τέσσερα παραδείγματα αφορούν τον πυρήνα άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας: διπλωματικές σχέσεις, στρατιωτικές επιχειρήσεις, προστασία της δημόσιας υγείας, επικοινωνία της κυβέρνησης με τον λαό. Οι επίδικες υπουργικές πράξεις και παραλείψεις στοιχειοθετούν, πριν και πάνω από όλα, διαχείριση πολιτικής εξουσίας, και ως εκ τούτου η κρίση περί του επιτρεπτού τους ή μη στοιχειοθετεί πολιτική εκτίμηση. Οταν το άρθρο 86 του Συντάγματος ορίζει ότι «μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διατέλεσαν μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους», είναι προφανές ότι αναθέτει στη Βουλή να εκτιμήσει, στο πρώιμο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης, πριν δηλαδή από την άσκηση ποινικής δίωξης, τον προέχοντα πολιτικό χαρακτήρα του αδικήματος για το οποίο πρόκειται, και, αν κρίνει έτσι, να αποφασίσει τη θέση της υπόθεσης στο αρχείο.
Επιχείρημα τέταρτο
Το καθεστώς διπλής ασυλίας του οποίου απολαύουν οι βουλευτές δεν έχει καμία σχέση με το καθεστώς της υπουργικής ευθύνης. Οι βουλευτές δεν διώκονται παντάπασι για γνώμη ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων, πλην συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ για οποιαδήποτε άλλη ποινική εμπλοκή τους απαιτείται άδεια του Σώματος. Εδώ έχουμε όντως προνόμια που, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να τα αποποιηθεί ο βουλευτής. Στην περίπτωση της υπουργικής ευθύνης, αν υπάρχει προνόμιο, αυτό αφορά ευθέως το κράτος και τη λειτουργία του, όχι τους λειτουργούς του.
Σε μία εποχή εξαΰλωσης της εθνικής πολιτικής εξουσίας από τις παρεμβάσεις διεθνών και υπερεθνικών οργανισμών, τις εξουσίες διεθνών, υπερεθνικών και εθνικών δικαστηρίων, ανεξάρτητων αρχών, πανίσχυρων ιδιωτικών φορέων ικανών να υπονομεύουν την ελευθερία της σκέψης, η συζήτηση για ακόμη εντονότερη αφαίμαξη πολιτικής εξουσίας εις βάρος των φυσικών φορέων της αφορά τη δημοκρατία την ίδια, στο όνομα της οποίας διεξάγεται. Αλλά όταν, στην αφετηρία της, απομακρύνεται από τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος και όταν, στα αποτελέσματά της, κινδυνεύει να αφοπλίσει την εθνική μας κυριαρχία από πολύτιμα εργαλεία άμυνας, τότε πρέπει να ανησυχούμε.
Ο κ. Ιωάννης Σαρμάς είναι τέως υπηρεσιακός πρωθυπουργός, επίτιμος πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.