Από μια παράξενη ρωγμή στον συννεφιασμένο ουρανό, καθώς έστριβα στην οδό Σταδίου, έπεσε το ασθενικό φως του ήλιου και αντιφέγγισε περίεργα πάνω στο πληγιασμένο πόδι ενός ζητιάνου. Το πρόσεξα προφανώς επηρεασμένος από την ανάγνωση του νέου βιβλίου του Χρήστου Χρυσόπουλου Φακός στο στόμα, που αποτελεί ένα χρονικό εκτάκτου ανάγκης (γραμμένο τον Δεκέμβριο του 2011) για τη σημερινή Αθήνα που μεταλλάσσεται βίαια και «θυμίζει τα αποκαΐδια μιας βραδινής δασικής πυρκαγιάς».
Η βόλτα μου με τον 43χρονο συγγραφέα ξεκίνησε έξω από το μερικώς κατεστραμμένο νεοκλασικό όπου συστεγάζονταν μέχρι πρότινος οι κινηματογράφοι Αττικόν και Απόλλων. Το κτίριο είναι ακόμη καλυμμένο από τις λαμαρίνες της αποκατάστασης, ενώ τα πυρπολημένα παράθυρά του θυμίζουν αδειασμένες κόγχες κατάπληκτων ματιών. «Ακόμη μυρίζει καμένο» σχολίασε ο Χρυσόπουλος. Συνεχίσαμε τριγυρίζοντας στο πολύπαθο κέντρο της πρωτεύουσας, μιας πόλης στην οποία, όπως υπογραμμίζει ο ίδιος, κάτι τρομακτικό έχει συμβεί, «κάτι έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί». Αν ο ψηφιακός βηματομετρητής του δεν καταγράψει 10 χιλιόμετρα την ημέρα «δεν επιστρέφω σπίτι μου» – στην περιοχή του Αγίου Σώστη στον Νέο Κόσμο. Ο συγγραφέας περιπλανιέται «σαν άρπαγας» παρατηρητής στην Αθήνα και χαράσσει πάνω στη συλλογική εμπειρία και στις αντιφατικές εικόνες του αστικού τοπίου τη δική του ιδιαίτερη διαδρομή, που «είναι συνώνυμη της επινόησης».
Η ίδια η πραγματικότητα έρχεται ως επιτακτικό κάλεσμα, αλλά ο συγγραφέας την ανασυνθέτει μέσα από μια «μυθοπλαστική ερμηνευτική για τα πράγματα, ένα νέο κριτικό πεδίο ανάλυσης (fictocriticism)». Από τη μία, ένα πραγματικό περιστατικό στη γωνία των οδών Νίκης και Μητροπόλεως, ένας ρακοσυλλέκτης που έψαχνε πεινασμένος έναν κάδο απορριμμάτων δαγκώνοντας έναν φακό με το στόμα, και από την άλλη το αφήγημα του Ρόμπερτ Βάλζερ Ο περίπατος (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2011), ειδικά η αρχή του, την οποία παρέφρασε ο συγγραφέας επειδή «ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόμουν», πυροδότησαν το όλο εγχείρημα.
«Εκεί που η πρόταση του Βάλζερ οδηγεί στον αισθητισμό ενός flâneur, στην αθηναϊκή περίπτωση λειτουργεί σαν μια αναγνώριση της καταστροφής» μου εξήγησε ο Χρυσόπουλος. Αλλωστε «γράφω με έναν τρόπο προγραμματικό, που όμως δεν απεμπολεί τη συγκίνηση» συνέχισε, προσθέτοντας ότι τον «στοιχειώνουν τα κείμενα» και τον γοητεύει πολύ η στοχαστική αυτοαναφορικότητα της λογοτεχνίας.

«Εμψυχα απορρίμματα»
Από τον Δεκέμβριο του 2008 ωστόσο ο χρόνος έχει πυκνώσει επικίνδυνα στην Αθήνα, η ατμόσφαιρα έχει γίνει βαριά και απειλητική. Ο ίδιος, αποφεύγοντας τις απλουστεύσεις και τους συναισθηματισμούς, γράφει για μια πόλη που «έχει σιωπήσει τον τελευταίο καιρό», για μια πόλη που «μοιάζει να έχει γυρίσει το μέσα έξω», που έχει γεμίσει «έμψυχα απορρίμματα» και με έναν τρόπο αναδεικνύει σε τρομακτικό σύμβολο της νέας υπαρξιακής συνθήκης σε αυτήν «το πεσμένο απροστάτευτο σώμα που υπενθυμίζει ότι η αγριότητα βρίσκεται ακόμη ανάμεσά μας».
Ο Χρυσόπουλος υποστηρίζει ότι η πόλη είναι οι διαθέσεις των ανθρώπων της, ότι τα «γεγονότα» που λαμβάνουν χώρα στην Αθήνα «είναι η αιτία και το απείκασμα των ίδιων των αντιθέσεών μας, είναι η ίδια η σχιζοφρενική σχέση της πόλης με τους κατοίκους/δημιουργούς της» οι οποίοι βρίσκονται σε ένα καθεστώς φρικώδους σύγχυσης.
«Το παρατηρούμε και στον δημόσιο διάλογο, που τον χαρακτηρίζουν καθαρά τρία πράγματα. Πρώτον, η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε έννοιας συλλογικότητας, δεύτερον, ο απίστευτος ανορθολογισμός και, τρίτον, η βία, όχι απαραιτήτως αυτή που εκφράζεται μέσω της καταστροφής» είπε και πρόσθεσε ότι «αυτό το μανιχαϊστικό πλαίσιο που έχει οξυνθεί με αφορμή την κρίση αφήνει μετέωρους όσους θέλουν να υπερασπιστούν στο ελάχιστο μια ιδέα ανθρωπισμού». Σε μια παρέκβαση που κάναμε στη συνομιλία μας για τα δεινά της πολιτικολογίας, μου εξομολογήθηκε ότι, αν ήταν εικαστικός καλλιτέχνης, θα γέμιζε τον τόπο με κόκκινα κορδόνια για να φτιάξει έναν «ιστό αδιεξόδου από κόκκινες γραμμές».
Στο εξωστρεφές αυτό βιβλίο του Χρυσόπουλου, που ουσιαστικά είναι μια προσπάθεια να καταλάβει και ο ίδιος τι ακριβώς συμβαίνει, η πραγματικότητα συμπαρασύρει τις επινοήσεις της μυθοπλασίας και τα τεχνάσματα της γραφής. Οι ήπιες, ανεπιτήδευτες συνομιλίες του με τον άστεγο Α., έναν 53χρονο πρώην υδραυλικό με χρόνιο εμφύσημα που παλεύει να επιβιώσει με επίδομα 280 ευρώ και τον οποίο ο συγγραφέας συνάντησε δύο φορές στο αμαξοστάσιο των λεωφορείων, είναι ενδεικτικές. Οι μονίμως καταφατικές αποκρίσεις του Χρυσόπουλου στο δράμα του είναι η ουσία αυτής της ιστορίας, που μας αφήνει μεν μετέωρους, αλλά πιο κοντά στη σκληρή αποδοχή του προβλήματος.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ