Οσοι έχετε επισκεφθεί το Μουσείο της Ακρόπολης θα έχετε σίγουρα προσέξει το λέιζερ με το οποίο καθαρίζονται οι Καρυάτιδες. Αυτό το λέιζερ γεννήθηκε στο Ινστιτούτο Ηλεκτρονικής Δομής και Λέιζερ (ΙΗΔΛ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Ερευνας (ΙΤΕ) της Κρήτης, και ειδικότερα στο εργαστήριο του καθηγητή Φυσικής Κώστα Φωτάκη, σημερινού αναπληρωτή υπουργού Ερευνας και Καινοτομίας. Προτού αφήσει τα εργαστήρια και τις αίθουσες διδασκαλίας για να υπηρετήσει την έρευνα από το μετερίζι της πολιτικής ο Κώστας Φωτάκης είχε διαγράψει μια λαμπρή πορεία: με περισσότερες από 350 δημοσιεύσεις σε έγκριτα επιστημονικά περιοδικά και περισσότερες από 8.500 αναφορές στο έργο του (στον τομέα της Φωτονικής και των εφαρμογών της) δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ήδη από το 2004 η Αμερικανική Εταιρεία Οπτικής τού απένειμε το Βραβείο Ηγεσίας (Leadership Award) αναγνωρίζοντας «τον δεκαετή ηγετικό ρόλο και την προσωπική ερευνητική συμβολή στον τομέα των εφαρμογών λέιζερ στη συντήρηση έργων τέχνης».

Παράλληλα όμως με την αμιγώς ερευνητική εργασία του ο Κώστας Φωτάκης είχε πάντοτε και ενεργή συμμετοχή στα κέντρα λήψης αποφάσεων για θέματα επιστημονικής πολιτικής: από το 2010 συμμετέχει στην ομάδα ειδημόνων της ΕΕ που αξιολογεί το Πρόγραμμα-Πλαίσιο για την Ερευνα, ενώ έχει υπάρξει πρόεδρος της Συμβουλευτικής Επιτροπής της ΕΕ για τις Ερευνητικές Υποδομές. Ηταν δηλαδή καλά εξοπλισμένος για να αναλάβει τον σημερινό του ρόλο. Τον συναντήσαμε στο γραφείο του για μια συζήτηση που απεδείχθη εμπνευστική!

 

Εχει επιδράσει η πρότερη επαγγελματική πορεία σας στον πολιτικό σας ρόλο;

«Η γνώση και η πείρα που αποκτήθηκαν στην «προηγούμενη ζωή» μου ήταν πολύτιμες. Αλλωστε, πιστεύω ότι δεν μπορείς να οικοδομήσεις ερευνητική πολιτική, πόσω μάλλον να την υλοποιήσεις, αν κάποτε στη ζωή σου δεν έχεις κάνει έρευνα. Βέβαια, οι προκλήσεις τότε και τώρα είναι διαφορετικές τόσο σε περιεχόμενο όσο και σε μέγεθος».

Τι κάνει ένας υπουργός που δεν κάνει ο ερευνητής;

«Ο ερευνητής αλλά και ο υπουργός πρέπει να έχουν πάθος, έμπνευση και συναίσθημα για τη δουλειά που κάνουν, τους στόχους που υπηρετούν. Αυτά είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να υπάρξει ποιότητα και αποτέλεσμα. Υπάρχουν όμως και διαφορές. Αυτό που συμβαίνει όταν βρεθείς σε ένα υπουργείο είναι να διαχειρίζεσαι, κατ’ αρχάς, την καθημερινότητα, κάτι πολύ σημαντικό και συχνά ψυχοφθόρο και δύσκολο. Κατόπιν, πρέπει να διαχειρίζεσαι εμβόλιμες καταστάσεις κρίσης άμεσα και αποτελεσματικά. Πέρα όμως από τη διαχείριση, υπάρχει και κάτι άλλο. Πρέπει να μπορείς να φεύγεις μπροστά, να παίρνεις τέτοιες πρωτοβουλίες ώστε το αντικείμενο του υπουργείου σου να αποκτά νέες διαστάσεις και ελκυστικές προοπτικές. Θεωρώ ότι είναι καθήκον της Πολιτείας αφενός να αφουγκράζεται την κοινωνία και αφετέρου βλέποντας τη μεγάλη εικόνα να μην περιορίζεται στην απλή διαχείριση, την οποία βεβαίως δεν υποτιμώ καθόλου. Η Παιδεία, η έρευνα και η καινοτομία εμπλέκουν ολόκληρη την ερευνητική και ακαδημαϊκή κοινότητα και οι αντίστοιχες πολιτικές από τη μία συνεισφέρουν στην ισχυροποίηση της κοινωνίας μέσα από τη μάθηση και τη μόρφωση και από την άλλη συνδέονται με την αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας και τη θέση της στον διεθνή χώρο. Τολμώ να πω ότι η έρευνα και η καινοτομία αγγίζουν το μέλλον που έρχεται».

Ως ερευνητής έχετε συμμετάσχει σε φόρα που διαμόρφωναν την ευρωπαϊκή πολιτική για την έρευνα. Πού στηρίζεται η δική σας πολιτική για την έρευνα σήμερα;

«Η έρευνα και η επιστήμη δεν είναι ουδέτερες, όπως λέγεται από ορισμένους. Αντίθετα, έχουν σαφές πρόσημο και το ίδιο συμβαίνει με την ερευνητική πολιτική. Το ζήτημα της χρήσης ή της κατάχρησης της επιστήμης είναι καίριο από αυτή την άποψη και είναι σε μεγάλο βαθμό ιδεολογικό. Πριν σας πω τους άξονες της δικής μας πολιτικής για την έρευνα, θα ήθελα να επισημάνω ένα παράδειγμα από την προηγούμενη εμπειρία μου που αναφέρατε. Τότε, δυστυχώς και ακόμη, στην Ευρώπη ήταν διάχυτη η ιδέα του επιχειρηματικού πανεπιστημίου, δηλαδή του πανεπιστημίου του οποίου όλες οι ερευνητικές δραστηριότητες καθορίζονται από τις ανάγκες της λεγόμενης αγοράς. Η αποκλειστική υιοθέτηση ενός τέτοιου προτύπου θα ήταν όχι απλώς αναποτελεσματική αλλά καταστροφική για τη χώρα μας, καθώς εξαναγκάζει σε εγκλωβισμό όλου του καλού δυναμικού το οποίο υπάρχει σε ορισμένους μόνο ερευνητικούς τομείς, οι οποίοι κάθε φορά υποδεικνύονται από την αγορά. Ωστόσο οι προτεραιότητες της αγοράς δεν καθορίζονται από εμάς, καθορίζονται από χώρες που πρωτοστατούν στο οικονομικό γίγνεσθαι και βέβαια από τη ρευστότητα των αναγκών τους. Ετσι η χώρα μας πάντα θα ακολουθούσε χωρίς να γίνεται συνδιαμορφωτής των εξελίξεων, ενώ ταυτόχρονα θα έχανε δυνάμεις σε τομείς στους οποίους θα μπορούσε να πρωταγωνιστήσει και να αλλάξει τους συσχετισμούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα ερευνητικά προγράμματα σήμερα στην Ευρώπη αγνοούν σε μεγάλο βαθμό τη βαρύτητα των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών που για τη χώρα μας θα πρέπει να αποτελούν συγκριτικό πλεονέκτημα. Ετσι, η πολιτική που έχουμε διαμορφώσει βασίζεται σε δύο ισοβαρείς άξονες. Ο πρώτος αφορά τις τρέχουσες οικονομικές αλλά και κοινωνικές ανάγκες. Συνδέεται δηλαδή με τη ζήτηση. Αυτή η έρευνα είναι συνήθως πολύ δημοφιλής ακριβώς επειδή αποφέρει αποτελέσματα σε μικρό χρονικό διάστημα και καλύπτει τις ανάγκες της σημερινής οικονομίας. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει ένας άξονας που συχνά παραμελείται και είναι αυτός που ενισχύει την έρευνα που προέρχεται από την επιστημονική περιέργεια και που μπορεί να οδηγήσει με κβαντικά άλματα στην ανάπτυξη. Αυτό για εμάς είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Ιστορικά, η έρευνα που προήλθε από την επιστημονική περιέργεια έχει οδηγήσει σε ανατρεπτικές εφαρμογές με μεγάλη προστιθέμενη αξία που έχουν αλλάξει την οικονομία. Παραδείγματα υπάρχουν από την κινητή τηλεφωνία και το Διαδίκτυο μέχρι τις διαγνωστικές τεχνολογίες στην Ιατρική, όπως είναι η μαγνητική τομογραφία. Και βεβαίως έμφαση δίνεται και στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, ώστε να διαμορφώσουμε μια ισορροπημένη ερευνητική στρατηγική».

Πώς υλοποιείτε αυτή την ερευνητική πολιτική;

«Οι δύο άξονες που προανέφερα οδηγούν σε μια σειρά δράσεων οι οποίες εντάσσονται σε τρεις κατηγορίες: η πρώτη αφορά την ενίσχυση του δυναμικού και περιλαμβάνει ανθρώπους και ερευνητικές υποδομές, η δεύτερη την ενίσχυση της καινοτόμου επιχειρηματικότητας και η τρίτη έχει να κάνει με την έμπνευση. Ενα κύριο μέλημά μας από την αρχή αυτής της διακυβέρνησης ήταν η υποκατάσταση του φαινομένου του brain drain με μια ισόρροπη κινητικότητα και η αντιμετώπιση του brain waste, δηλαδή της ετεροαπασχόλησης νέων επιστημόνων υψηλής εξειδίκευσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι και τα δύο φαινόμενα είχαν ενταθεί ιδιαίτερα στα χρόνια της κρίσης. Εμείς αντιμετωπίζουμε το brain drain με ένα τρίπτυχο παρεμβάσεων που έχουν αρχίσει να καρποφορούν. Πρώτα δημιουργήθηκαν ποιοτικές θέσεις εργασίας για νέους επιστήμονες, κάτι που εξέλιπε ιδιαίτερα στα χρόνια της κρίσης. Οι ποιοτικές θέσεις εργασίας είναι η αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι και ικανή. Χρειάζονται δύο ακόμα προϋποθέσεις: αφενός να υπάρχουν τα περιβάλλοντα εκείνα που είναι ελκυστικά για τους νέους ερευνητές, και, το σημαντικότερο, να υπάρχουν προοπτικές σταδιοδρομίας και στόχων που εμπνέουν, ιδιαίτερα για τους νέους επιστήμονες. Η έμπνευση είναι μια έννοια με μεγάλη βαρύτητα. Πρέπει να υπάρχουν μεγάλοι στόχοι».

Τι κάνατε για να υπάρξουν αυτές οι τρεις προϋποθέσεις;

«Εχουν σχεδιαστεί και υλοποιούνται δράσεις που απευθύνονται τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Το 2017, για πρώτη φορά ύστερα από οκτώ χρόνια πλήρους ακινησίας, δημιουργήθηκαν 1.100 νέες θέσεις καθηγητών και ερευνητών στα ΑΕΙ και ερευνητικά κέντρα της χώρας και, πριν από μερικές ημέρες, εγκρίθηκαν 152 νέες θέσεις για επιστημονικό προσωπικό των ερευνητικών κέντρων. Ωστόσο, προμετωπίδα στην πολιτική μας για τη στήριξη του ανθρώπινου δυναμικού και των ερευνητικών υποδομών αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία του Ελληνικού Ιδρύματος Ερευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ). Πρόκειται για ένα είδος ανεξάρτητου θεσμού για τη διαμόρφωση μιας εθνικής στρατηγικής για την έρευνα που αποσκοπεί στη στήριξη της ελεύθερης έρευνας που διεξάγεται στα ΑΕΙ και στα ερευνητικά κέντρα της χώρας, χωρίς αποκλεισμούς και αγκυλώσεις. Κυρίαρχα κριτήρια στο ΕΛΙΔΕΚ είναι η ύπαρξη επιστημονικής ποιότητας και η επιδίωξη της επιστημονικής αριστείας. Δημιουργήσαμε ελκυστικό περιβάλλον με τη θέσπιση του νέου θεσμικού πλαισίου, σύμφωνα με το οποίο νέοι επιστήμονες, όπως μεταδιδακτορικοί ερευνητές, έχουν ευθύνη για την υλοποίηση των προγραμμάτων που προτείνουν και κρίνονται θετικά. Δηλαδή έχουν την ευκαιρία να φτιάξουν τη δική τους ερευνητική ομάδα, να αναδείξουν τη δημιουργικότητα και το ταλέντο τους. Βλέπουμε παιδιά που ήταν σε καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού να επαναπατρίζονται, αλλά και άλλα που ήταν έτοιμα να μεταναστεύσουν να μην το κάνουν. Για εμάς που δεν μπορούμε να αυξήσουμε τους μισθούς σε επίπεδα ανταγωνιστικά των ευρωπαϊκών χωρών, αυτό είναι πολύ σημαντικό. Δίνουμε άλλα πράγματα, παρέχουμε ερευνητική αυτονομία, στοιχείο ιδιαίτερα ελκυστικό και αποτελεσματικό, όπως αποδεικνύεται. Δεν είναι τυχαίο ότι από τα 192 ερευνητικά έργα που εγκρίθηκαν το 2018 για μεταδιδακτορικούς ερευνητές, τα 37 προέρχονται από έλληνες επιστήμονες του εξωτερικού, μάλιστα κάποιοι από πολύ καλά πανεπιστήμια, που επιθυμούν να υλοποιήσουν τις προτάσεις τους σε ελληνικά ιδρύματα».

 

Η ενίσχυση της καινοτόμου επιχειρηματικότητας για την οποία μιλήσατε είναι κάτι που το έχουμε ξανακούσει. Τι σας διαφοροποιεί;

«Αυτό που μας διαφοροποιεί είναι ότι ο ερευνητής αφήνεται να κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλά και τον συνεπαίρνει, δηλαδή την έρευνα. Η επιστημονική ποιότητα είναι εκείνο που μετράει και όχι η χρηστικότητα. Ξέρετε, υπάρχει ένας φετιχισμός γύρω από το θέμα της λεγόμενης «χρήσιμης έρευνας», ο οποίος οδηγεί συχνά σε στρεβλώσεις: στο να γίνεται η παραγόμενη γνώση κατ’ ανάγκην εμπόρευμα και ο ερευνητής που την παράγει να γίνεται επιχειρηματίας. Οι πιο πολλοί επιστήμονες δεν έχουν αυτό το ταλέντο. Δεν μπορείς να ζητάς από τους ερευνητές να φτιάχνουν business plan για την εκμετάλλευση της ιδέας τους! Αυτές είναι σοβαρότατες στρεβλώσεις που ουσιαστικά οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που υποτίθεται πως επιδιώκουν, δηλαδή σε ό,τι αφορά την τόνωση της επιχειρηματικότητας. Είμαστε απολύτως αντίθετοι με τους φετιχισμούς αυτού του τύπου. Ωστόσο για ιδέες που μπορεί να είναι άμεσα επιχειρηματικά αξιοποιήσιμες, για εκείνους τους ερευνητές που διαθέτουν επιχειρηματικό ταλέντο, υπάρχει η πρόβλεψη για τη μετάφραση της έρευνάς τους σε επιχείρηση, αυτές που λέμε startups, για σοβαρή ενίσχυση της καινοτόμου επιχειρηματικότητας».

 

Ποια είναι η στάση σας απέναντι στον ιδιωτικό τομέα;

«Δεν πρέπει να δαιμονοποιούμε τον ιδιωτικό τομέα ούτε να αγιοποιούμε τον δημόσιο ή το αντίστροφο. Πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Σε αυτούς που έχουν το ταλέντο θέλουμε να δώσουμε την ευκαιρία να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματα της έρευνάς τους αλλά με έναν τρόπο υγιή και φυσιολογικό. Γι’ αυτό έχουμε διαμορφώσει διάφορα προγράμματα, με αιχμή το Πρόγραμμα «Ερευνώ – Δημιουργώ – Καινοτομώ» του ΕΣΠΑ 2014-2020 που διαχειρίζεται η Γενική Γραμματεία Ερευνας και Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ). Μέσα στο 2018 έχουν συμβασιοποιηθεί 576 ερευνητικά συνεργατικά έργα καινοτόμων επιχειρήσεων, ΑΕΙ και ερευνητικών κέντρων με ένα συνολικό ποσό ύψους 363 εκατ. ευρώ, κάτι που είναι πρωτοφανές για τα δεδομένα της Ελλάδας. Αμεσα προκηρύσσεται η δεύτερη φάση αυτού του προγράμματος με πάνω από 250 εκατ. ευρώ, που θα δίνει έμφαση στη στελέχωση τμημάτων R&D καινοτόμων επιχειρήσεων και στις αναδυόμενες τεχνολογίες της λεγόμενης 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης (4ΒΕ). Επίσης, το 2016 δημιουργήσαμε μηχανισμό χρηματοδότησης για υψηλού επιχειρηματικού κινδύνου επενδύσεις, αλλά εν δυνάμει υψηλής προστιθέμενης αξίας. Βέβαια, είναι αυτές που κατευθύνονται στη δημιουργία startups, που βασίζονται σε καινοτόμα προϊόντα ή διαδικασίες και έχουν προκύψει από την επιστημονική έρευνα. Πρόκειται για τις δράσεις του Υπερταμείου Επιχειρηματικών Συμμετοχών (Equifund). Εκεί συνυπάρχουν τρία Ταμεία: Το «Παράθυρο Καινοτομίας», το οποίο επενδύει σε δράσεις υψηλού επιχειρηματικού κινδύνου, όπου δεν επενδύει συνήθως ένας ιδιώτης. Υπάρχει ένα άλλο Ταμείο για τη στήριξη σε πρώιμο στάδιο των εταιρειών αυτών και στη συνέχεια ένα τρίτο για την ωρίμασή τους. Εδώ να τονίσω ότι ο κύριος μέτοχος στο Υπερταμείο αυτό από άποψη πόρων είναι το Δημόσιο, αφού παρέχει τα 200 εκατ. ευρώ από τα αρχικά 300 εκατ. ευρώ του Υπερταμείου. Τα υπόλοιπα είναι συνεισφορά από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Το κεφάλαιο αυτό με τη μόχλευση έχει ήδη αυξηθεί».

Πώς διαφοροποιείσθε σε σχέση με το παρελθόν;

«Επενδύοντας στη νέα αντίληψη που σας περιέγραψα, η οποία βρίσκεται στον αντίποδα των κρατικοδίαιτων και παρασιτικών πρακτικών του παρελθόντος. Πρόκειται για μια συστηματική, συνεπή και βήμα προς βήμα οικοδόμηση της υγιούς καινοτόμου επιχειρηματικότητας και, με βάση αυτή, της οικονομίας της γνώσης. Στο δικό μας σκεπτικό το Δημόσιο παίζει τον ρόλο που πρέπει να παίξει ως ρυθμιστής και διευκολυντής (enabler) αυτών που δεν μπορεί να κάνει ο επιχειρηματικός τομέας λόγω του μεγάλου επιχειρηματικού ρίσκου. Το Δημόσιο λειτουργεί πλέον ως καταλύτης του συστήματος της υγιούς επιχειρηματικότητας. Αλλά και ο ιδιωτικός τομέας δεν καρπώνεται μόνο, αλλά ρισκάρει, διότι επιχειρείν σημαίνει ρισκάρειν!».

Και  με την έμπνευση τι εννοείτε; Τους ερευνητές ή τους πολίτες θέλετε να εμπνεύσετε;

«Και τους μεν και τους δε! Η έρευνα έχει σημασία για την κοινωνία και αυτό πρέπει να γίνεται ορατό με τρόπο απτό και συγκεκριμένο. Αλλωστε αυτό αποτελεί καθήκον αν ληφθεί υπόψη η ενίσχυση της έρευνας κατά τα τέσσερα τελευταία χρόνια, μέσα στις συνθήκες πρωτοφανούς κρίσης. Γι’ αυτό ως Πολιτεία οργανώσαμε και συντονίζουμε εμβληματικές ερευνητικές δράσεις με σαφές και ευρύ κοινωνικό αποτύπωμα, που βάζουν μεγάλους στόχους και μπορούν να συνεπάρουν, να προκαλέσουν, να εμπνεύσουν. Να αναφέρω για παράδειγμα το Εθνικό Δίκτυο Ιατρικής Ακριβείας ή, όπως συχνά λέγεται, της Ιατρικής του μέλλοντος, σε εφαρμογές στην ογκολογία. Η Πολιτεία συντονίζει το δυναμικό στον ελληνικό χώρο και τη Διασπορά για την αντιμετώπιση της μάστιγας του καρκίνου, με τη συνέργεια δύο υπουργείων. Στόχος, σε συνεργασία με το υπουργείο Υγείας, είναι να υπάρξουν τέσσερις μονάδες ιατρικής ακριβείας για διάγνωση και εξατομικευμένη θεραπεία προσβάσιμη απ’ όλους τους πολίτες. Και έπεται η δημιουργία Εθνικού Δικτύου Ιατρικής Ακριβείας στις κληρονομικές καρδιολογικές παθήσεις και στα νευροεκφυλιστικά νοσήματα. Επιπλέον, ήδη λειτουργεί το Εθνικό Δίκτυο για την αγροδιατροφή που έχει στόχο την ανάδειξη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των ελληνικών προϊόντων και μία ακόμα δράση που έχει να κάνει με την κλιματική αλλαγή».

Εισερχόμαστε σε αυτό που ονομάζεται 4η Βιομηχανική Επανάσταση. Εχετε προετοιμαστεί;

«Οι βιομηχανικές επαναστάσεις έχουν να κάνουν με την επίδραση των τεχνολογιών κάθε εποχής πάνω στη ζωή των ανθρώπων, στα μέσα παραγωγής, στον τρόπο κίνησης κεφαλαίων και ορίζουν τη θέση της κάθε χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Είναι σημαντικό η χώρα μας να συμμετάσχει ενεργά στο νέο περιβάλλον και σίγουρα δεν μπορεί να είμαστε τεχνοφοβικοί! Κατά την άποψή μου, χρειάζεται μια ολιστική προσέγγιση των τεχνολογικών αλλά και κοινωνικοπολιτικών διαστάσεων του θέματος.

Η χώρα διαθέτει το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό υψηλής εξειδίκευσης σε τεχνολογικούς τομείς καίριους για την 4ΒΕ, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η πληροφορική, αλλά και η νανοτεχνολογία, η φωτονική, τα προηγμένα υλικά και η βιοτεχνολογία. Ηδη διαμορφώνεται από την κυβέρνηση Εθνικό Συμβούλιο με τη συμμετοχή επιστημόνων υψηλής εξειδίκευσης, παραγωγικών φορέων και κοινωνικών εταίρων για τη διαμόρφωση του ρόλου της Ελλάδας στην 4ΒΕ. Επιπλέον, με τα ρομπότ να γίνονται συνεταίροι, συνεργάτες των ανθρώπων, τίθενται πολύ βασικά θέματα: Ποια θα είναι η καθημερινότητα στο μέλλον; Θα επηρεαστεί η εργασία; Οι ανισότητες θα αμβλυνθούν ή θα ενταθούν; Τα θέματα αυτά είναι σοβαρά, μπορούν να επηρεάσουν την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας και εδώ η πολιτική παίζει κυρίαρχο ρόλο».

Θα ήθελα να κλείσουμε με το ΕΛΙΔΕΚ. Πρόκειται για νέο οικοδόμημα και ως εκ τούτου είναι ακόμη εύθραυστο. Πώς μπορείτε να εξασφαλίσετε τη μακροβιότητά του;

«Η διασφάλιση της βιωσιμότητας οποιουδήποτε νέου φορέα είναι ένας συνεχής αγώνας. Οπότε οι όποιες αδυναμίες έχουν παρατηρηθεί οφείλονται στη δυσκολία αποδοχής κάθε καινούργιου εγχειρήματος όπως είναι το ΕΛΙΔΕΚ και στην προκατάληψη που επικρατεί για ό,τι προέρχεται από το Δημόσιο. Από την πλευρά μας συνεχίζουμε να ενισχύουμε το ΕΛΙΔΕΚ. Πρόσφατα μάλιστα εγκρίθηκαν πρόσθετοι πόροι ύψους 60 εκατ. ευρώ για τις δράσεις του, επιπλέον των 240 εκατ. ευρώ που έχουν προβλεφθεί για το διάστημα 2017-2020».