Η «πάσα» του Βλαντίμιρ Πούτιν στον Ντόναλντ Τραμπ για τη Γροιλανδία μόνο κάτι καλό δεν προμηνύει για την Ευρώπη και την Ουκρανία. Καθώς οι ηγέτες της «συμμαχίας των προθύμων» δήλωναν από το Παρίσι πρόθυμοι να συνεχίσουν τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας (αλλά πολλοί από αυτούς απρόθυμοι να στείλουν στρατεύματα στην Ουκρανία), ο Πούτιν επιχειρούσε να δελεάσει τον Τραμπ με μελλοντικές συμφωνίες συνεκμετάλλευσης της Αρκτικής, λέγοντας πως δεν αφορούν το Κρεμλίνο η διαμάχη μεταξύ δύο εταίρων του ΝΑΤΟ (ΗΠΑ και Δανίας) για τη Γροιλανδία και οι απειλές του αμερικανού προέδρου για κατάκτησή της.
Το Κρεμλίνο επέλεξε να ανοίξει αυτό το διπλωματικό και στρατιωτικό χαρτί μερικές ώρες πριν από την επίσκεψη του αμερικανού αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς στη στρατηγικής σημασίας βάση Πίτιφουκ στη Βορειοδυτική Γροιλανδία την Παρασκευή. Η βάση, στο βόρειο τμήμα του κόλπου Μπάφιν και απέναντι στον Καναδά, είναι η πλησιέστερη στον Βόρειο Πόλο αμερικανική στρατιωτική εγκατάσταση και έχει κομβικό ρόλο στη διαστημική άμυνα των ΗΠΑ.
Aνεπιθύμητος
Η κυβέρνηση της Δανίας κατέστησε σαφές πως ο Βανς είναι ανεπιθύμητος, αν και δεν μπορούσε να εμποδίσει την επίσκεψή του στην αμερικανική βάση. Την ίδια ημέρα, τέσσερα από τα πέντε κόμματα της τοπικής Βουλής της Γροιλανδίας, που αναδείχθηκε στις εκλογές της 11ης Μαρτίου, ανακοίνωσαν τη συγκρότηση κυβέρνησης υπό τον κεντροδεξιό Γενς Φρέντερικ Νίλσεν, ο οποίος απορρίπτει μεν τα σχέδια του Τραμπ, τονίζει όμως ότι οι Γροιλανδοί «δεν θέλουν να γίνουν Αμερικανοί, ούτε να είναι Δανοί», αλλά θέλουν να οικοδομήσουν τη δική τους χώρα.
Το «πάρε-δώσε» του Τραμπ με τον Πούτιν για την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και τώρα για την Αρκτική γυρίζει τον κόσμο στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, όταν οι ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες διαπραγματεύονταν και πολεμούσαν μεταξύ τους για ζώνες κυριαρχίας και επιρροής.
Τότε που ο πλανήτης ήταν ένα μεγάλο και σε σημαντικό βαθμό ανεξερεύνητο οικόπεδο, γεμάτο «προκλήσεις και ευκαιρίες» για τους ισχυρούς, τότε που η Ουκρανία δεν είχε κρατική υπόσταση, η Μεγάλη Αικατερίνη κατανικούσε τους Οθωμανούς δημιουργώντας τη Νοβοροσίγια και την Οδησσό, ενώ οι ΗΠΑ έκαναν τα πρώτα βήματά τους ως ανεξάρτητο κράτος έχοντας αποτινάξει τη βρετανική κυριαρχία.
Ο σημερινός ηγέτης της Ρωσίας αξιώνει την απομάκρυνση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι (τον οποίο δεν κατάφερε να ανατρέψει με τη δύναμη των όπλων) και τη δημιουργία μιας «μεταβατικής κυβέρνησης» στο Κίεβο υπό την αιγίδα του ΟΗΕ προκειμένου να τερματιστεί ο πόλεμος.
Την ίδια ώρα οι δημοκρατικές κυβερνήσεις της Ευρώπης επιχειρούν να συγκροτήσουν κοινή άμυνα απέναντι στο Κρεμλίνο και να σπάσουν την εξάρτησή τους από τις ΗΠΑ.
H Αικατερίνη Β’
Ο ρώσος πρόεδρος επαναφέρει τελευταίως τη «Νοβοροσίγια» ως έννοια και εργαλείο της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής. Πέρυσι τον Απρίλιο, τρεις ημέρες πριν από το Πάσχα των ορθοδόξων και έναν μήνα μετά την προσάρτηση της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία, ο Πούτιν δήλωσε ότι «την εποχή των τσάρων ό,τι ονομαζόταν «Νέα Ρωσία» – το Χάρκοβο, το Λουγκάνσκ, το Ντονέτσκ, η Χερσώνα, το Νικολάεφ, η Οδησσός – δεν ανήκε στην Ουκρανία». Αυτή η ληξιαρχική πράξη γέννησης μιας νέας χρήσης του όρου προς αμφισβήτηση της σύγχρονης κρατικής υπόστασης της Ουκρανίας παραλείπει βέβαια να προσθέσει πως «ό,τι ονομαζόταν τότε Νέα Ρωσία» ήταν μια επινόηση: χαρακτήριζε τα εδάφη που η Αικατερίνη Β’ απέσπασε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774.
Ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1768-1774 επιβεβαίωσε τη σταδιακή υποχώρηση του σουλτανικού κράτους από την Ανατολική Ευρώπη, όπου στα απώτατα όριά του, το 1683, είχε φτάσει να ελέγχει την Ποδολία, μια σφήνα της σημερινής Νότιας Ουκρανίας μεταξύ των ποταμών Δνείστερου και Ανατολικού Μπουγκ.
Το 1768 οι Οθωμανοί διατηρούσαν ακόμη μια λωρίδα γης στον μυχό του Εύξεινου Πόντου που περιλάμβανε το Χατζήμπεη, μετέπειτα Οδησσό, ενώ το υποτελές τους ταταρικό Χανάτο της Κριμαίας εξουσίαζε τη χερσόνησο και την ενδοχώρα των απέναντι ακτών.
Με την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Τάταροι απέκτησαν θεωρητικά την ανεξαρτησία τους – στην πράξη είχαν ήδη ενσωματωθεί στο ρωσικό κράτος. Η Οδησσός είχε την ίδια τύχη το 1789, ενώ μια σειρά από αψιμαχίες, διπλωματικές πιέσεις και συνθήκες απέφεραν στη Ρωσία μεγάλο μέρος των περιοχών των κοζάκων αταμάνων δυτικότερα.
Η διοικητική περιφέρεια που σχηματίστηκε τελικά ως «Νοβοροσίγια» (και έπαψε να υπάρχει το 1917-1918) περιέλαβε μεγάλο μέρος της σημερινής Νοτιοανατολικής Ουκρανίας που αποτελεί πεδίο μάχης μετά τη ρωσική εισβολή του 2022.
Για την επηρεασμένη από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό Αικατερίνη, το όραμα των νέων χωρών αντικατοπτριζόταν στη νομοθεσία που θα τις διείπε: στην «Ιστορία της Ρωσίας» (εκδ. Αιώρα, 2016) ο αμερικανός ιστορικός Πολ Μπούσκοβιτς επισημαίνει ότι «προορίζονταν να εποικιστούν, να προικιστούν με ακμάζουσες πόλεις και λιμάνια και όχι να αποτελέσουν απλώς προέκταση της οπισθοδρομικής δουλοπαροικιακής γεωργίας της Κεντρικής Ρωσίας» – εξ ου και η πολυεθνική σύνθεση (Ρώσοι, Ρουμάνοι, Σέρβοι, Ελληνες, Αλβανοί, Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί) των κοινοτήτων της. Αυτό που διέφυγε από τον Πούτιν στη νεκρανάσταση της Νοβοροσίγια είναι ότι η αρχική ενσάρκωσή της νοούνταν ως παράθυρο στη Δύση.