Οσοι έχουν δει τη σειρά του Netflix τη συζητούν με τους φίλους τους – οι άλλοι, εκείνοι που δεν την έχουν δει, απλώς χάνουν. Σε τι οφείλεται η επιτυχία της; Γιατί όπου προβάλλεται η μίνι σειρά των τεσσάρων επεισοδίων γίνεται θέμα συζήτησης και δημοσιευμάτων στα ΜΜΕ; Εγκυρη απάντηση φυσικά δεν έχω. Ούτε μπορεί να υπάρξει, άλλωστε, γιατί κάθε έργο τέχνης είναι εξ ορισμού ανοιχτό στην κρίση του οποιουδήποτε, εφόσον απευθύνεται στον οποιονδήποτε. Την προσωπική ματιά μου, όμως, στο θέμα μπορώ να τη μοιραστώ μαζί σας και να την εκθέσω στην κρίση σας. Για να είμαι ειλικρινής, έχω ανάγκη να το κάνω αυτό, γιατί η σειρά με συγκλόνισε και κάπου πρέπει να τα πω…
Τη σειρά αυτή τη βλέπεις και συγχρόνως έχεις μια εμπειρία, ζεις κάτι δηλαδή. Κάπως καταργείται η απόσταση που σε χωρίζει από το έργο στην οθόνη του λάπτοπ και μπαίνεις μέσα στην ιστορία. Γι’ αυτό υπάρχουν σημεία που η παρακολούθηση γίνεται αφόρητη. Στο πρώτο επεισόδιο, λ.χ., με τη σύλληψη του πιτσιρικά, είναι αδύνατον να μη διακόπτεις κάθε τόσο τη μετάδοση, σκεπτόμενος μήπως είναι καλύτερα να μη συνεχίσεις να βλέπεις, για να αποφύγεις την ψυχική ταραχή. Επιστρέφεις, όμως, γιατί αυτό που βλέπεις είναι τόσο έξυπνα και άρτια φτιαγμένο, ώστε είναι κάτι που σχεδόν το ζεις και δεν γίνεται να το αγνοήσεις. Είναι ένας συνδυασμός στοιχείων που πετυχαίνει αυτό το αποτέλεσμα: Η δομή της πλοκής, κατ’ αρχάς, που αμέσως δημιουργεί το μυστήριο για ένα έγκλημα, που δεν αναφέρεται μέχρι να φτάσεις περίπου στα μισά του δεύτερου επεισοδίου, αν δεν κάνω λάθος· είναι η σκηνοθεσία επίσης, με την κάμερα ως επί το πλείστον στο πρόσωπα των πρωταγωνιστών και, ασφαλώς, η καθηλωτική ερμηνεία των ηθοποιών, χωρίς την οποία αυτό το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Καλλιτεχνικά, είναι άρτιο.
Και βέβαια, όλα τα παραπάνω δεν θα σήμαιναν τίποτα, αν δεν ήταν και το θέμα της σειράς, που αγγίζει τους πάντες, ανθρώπους και δίποδα εξίσου, επειδή όλοι έχουν παιδιά. Κι αν δεν έχουν παιδιά και ούτε σκοπεύουν να αποκτήσουν, και πάλι το θέμα τούς αφορά, διότι τον καθένα μας γονείς τον έφεραν στον κόσμο και τον μεγάλωσαν. Το θέμα της σειράς είναι η κολασμένη σχέση γονιών και παιδιών, που παραμένει ίδια και αναλλοίωτη στην ουσία της, είτε πρόκειται για μια ιστορία του Τουργκένιεφ από τη Ρωσία του 1860 είτε πρόκειται για το «Adolescence» του Netflix στη Βρετανία τού σήμερα. Ή, όπως το θέτει λυρικά ο σπουδαίος βρετανός ποιητής Φίλιπ Λάρκιν: «They fuck you up, your mum and dad / They may not mean to, but they do / They fill you with the faults they had / And add some extra, just for you». (Η έμφυτη σεμνότητά μου με εμποδίζει να το μεταφράσω. Οχι για τη γνωστή λέξη, που ούτως ή άλλως δεν χρειάζεται μετάφραση γιατί είναι διεθνής, αλλά από σεβασμό στο ποίημα.) Γι’ αυτό, νομίζω, είναι μάλλον ρηχή και επιπόλαιη η έμφαση που δίνουν ορισμένοι στην επίδραση των σόσιαλ μίντια στα παιδιά, την αδυναμία των γονέων να γνωρίζουν τους κινδύνους και άλλα τέτοια διδακτικά, που διαβάζουμε σε δημοσιεύματα, ιδίως στο Ιντερνετ. Αυτά είναι η επιφάνεια. Η ιστορία που αφηγείται η σειρά πάει πιο βαθιά από το τι έκανε το κοριτσάκι στο αγοράκι και πώς το αγοράκι ανταπέδωσε.
Το θέμα της σειράς είναι η σχέση του αγοριού με τον πατέρα του. Το κεντρικό σημείο του δράματος, κατά τη γνώμη μου, είναι η σκηνή που αφηγείται το αγόρι στην ψυχολόγο: πως έκανε μια τεράστια βλακεία στο ποδόσφαιρο και γύρισε στον πατέρα του, για στήριξη, αλλά εκείνος απέστρεψε το βλέμμα σκόπιμα, αρνούμενος να μοιραστεί την αποτυχία του γιου του. Η ίδια σκηνή, με διαφορετικό τρόπο, επαναλαμβάνεται και προς το τέλος: όταν το αγόρι τηλεφωνεί στην οικογένεια από τη φυλακή, για να τους πει την απόφασή του να ομολογήσει επιτέλους την ενοχή του, πάλι είναι ο πατέρας του εκείνος που δεν μιλάει καθόλου. Είναι επίσης εκείνος τον οποίο ο μικρός ρωτάει επίμονα για τη γνώμη του. Αυτή τη φορά, ο πατέρας δεν μπορεί να στρέψει το βλέμμα αλλού, γιατί οδηγεί το αυτοκίνητο με την οικογένεια, μπορεί όμως να μη μιλήσει, να κάνει σαν να μην άκουσε, και αυτό κάνει. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι και ο πατέρας (απίστευτος ο Στίβεν Γκράχαμ στον ρόλο), όταν επιστρέφουν στο σπίτι, θυμάται τη σκηνή με το ποδόσφαιρο, όπως ακριβώς την περιγράφει και ο μικρός. Νιώθει τύψεις και κλαίει γοερά, αλλά δεν συνειδητοποιεί ότι έχει μόλις επαναλάβει την ίδια προδοσία.
Ως υστερόγραφο, η πλέον αξιομνημόνευτη φράση του σεναρίου: «Γιατί όλα τα σχολεία μυρίζουν εμετό, λάχανο και αυνανισμό;».
Το νέο μυθιστόρημα
Μεταξύ αστείου και σοβαρού, για να κλείσουμε το κεφάλαιο «Adolescence», αναρωτιέμαι μήπως οι σειρές που παρακολουθούμε στα συνδρομητικά κανάλια τείνουν να εξελιχθούν σε υποκατάστατο του μυθιστορήματος. Οπως κατά τον 19 αιώνα, αλλά και στις αρχές του 20ού, οι άνθρωποι κατανάλωναν μανιωδώς μυθιστορήματα, συχνά μάλιστα με τη μορφή σίριαλ (σειράς) σε εφημερίδες, έτσι σήμερα, για τις ίδιες ακριβώς ανάγκες τους, καταναλώνουν σειρές. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι ανάμεσά τους υπάρχουν αριστουργήματα, όπως το «Breaking Bad» ή το «Better Call Saul», επίσης το βρετανικό «House of Cards» (το αυθεντικό, όχι το ξενέρωτο ξεχείλωμα που του έκαναν στο Netflix…), τα οποία ως προς το εύρος της κριτικής ματιάς τους στην κοινωνική πραγματικότητα, όπως και για το βάθος της σάτιράς τους, θυμίζουν αυτό που λέμε κλασικό μυθιστόρημα. Εχουν, δε, το πλεονέκτημα οι σειρές να καταναλώνονται ευκολότερα. Πολύ πιο εύκολα, στο τέλος μιας κουραστικής ημέρας, ανοίγεις το λάπτοπ παρά το βιβλίο. Παραδεχτείτε το…