Πώς μετατρέπεται, άραγε, το πρόβλημα σε πλεονέκτημα; Πόσο μακριά είναι η χθεσινή απειλή λουκέτου από το αισιόδοξο παρόν και μέλλον; Το Ωδείο Αθηνών, το αρχαιότερο μουσικοθεατρικό εκπαιδευτικό Ιδρυμα της χώρας, φυτώριο των σημαντικότερων ονομάτων των παραστατικών τεχνών, είναι ένα πραγματικό success story των χρόνων της κρίσης. Την περίοδο 2012-2013, συσσωρευμένα λειτουργικά και κτιριακά προβλήματα απείλησαν ακόμη κι αυτή καθαυτή τη συνέχιση της λειτουργίας του. Σήμερα, οι εργασίες ανάπλασης-ολοκλήρωσης του εμβληματικού, συνολικού εμβαδού 14.000 τ.μ., κτιρίου του Ιωάννη Δεσποτόπουλου επί της οδού Ρηγίλλης – ημιτελούς από το 1976 – οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη με ορίζοντα περάτωσης τον Δεκέμβριο του 2020, αναμένεται να δημιουργήσουν μια νέα πραγματικότητα τόσο ως προς την πολυπόθητη διαβάθμιση των μουσικών σπουδών όσο και ως προς την εικόνα ενός από τα πλέον κεντρικά τετράγωνα της Αθήνας. Επιπροσθέτως, η προοπτική ενοποίησης με το Λύκειο του Αριστοτέλη και το Βυζαντινό Μουσείο θα μπορούσε να δώσει ακόμη πιο δυναμική πνοή στην επέτειο των 150 χρόνων λειτουργίας του Ιδρύματος το 2021.

Ενα σχέδιο που
δεν προχώρησε

Ο Νίκος Τσούχλος, πρόεδρος του ΔΣ του Ωδείου Αθηνών, πιάνει το νήμα της αφήγησης από την αρχή. «Το Πολιτιστικό Κέντρο Αθηνών ή αλλιώς το Πολιτιστικό Κέντρο «Καραμανλής», όπως αποκαλούνταν, συνήθως, τότε, αφού είχε τη σφραγίδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή τη δεκαετία του ’50, είχε προγραμματιστεί να δημιουργηθεί στο τετράγωνο που περικλείεται από τις οδούς Ριζάρη, Βασιλέως Κωνσταντίνου, Ρηγίλλης και Βασιλίσσης Σοφίας ως το σημείο που βρίσκεται σήμερα το Χίλτον» λέει και συνεχίζει: «Θα περιλάμβανε την Οπερα των Αθηνών, η είσοδος της οποίας προβλεπόταν απέναντι από το Χίλτον, ένα μεγάλο ξενοδοχείο, ένα μουσείο, διάφορα άλλα πράγματα, αλλά και το νέο κτίριο του Ωδείου Αθηνών που στεγαζόταν στην οδό Πειραιώς. Το πρότζεκτ αυτό έγινε αντικείμενο ενός διεθνούς διαγωνισμού τον οποίον κέρδισε ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος με μια σειρά φιλόδοξα σχέδια και μακέτες που φυλάσσονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη και προσφάτως εκτέθηκαν. Για διάφορους λόγους, όλη αυτή η ιστορία δεν προχώρησε. Η ανακάλυψη του αρχαιολογικού χώρου του Λυκείου του Αριστοτέλη αναμφίβολα επηρέασε τα πράγματα. Από όλα όσα προβλέπονταν, το μόνο κτίριο το οποίο πρόλαβε να ανεγερθεί ήταν το Ωδείο Αθηνών. Αρχισε να κτίζεται την περίοδο της δικτατορίας υπό την επίβλεψη του ίδιου του Δεσποτόπουλου, ενώ μεταπολιτευτικά ο Κ. Καραμανλής συνέχισε να υποστηρίζει το έργο».

Ωστόσο, το 1976 τα χρήματα τελείωσαν ή άρχισε μια νέα φάση διαπραγμάτευσης η οποία δεν οδήγησε πουθενά. Το κτίριο παρέμεινε ημιτελές. Ωστόσο, με επιμονή τού τότε καλλιτεχνικού διευθυντή Μενέλαου Παλλάντιου, δασκάλου, μεταξύ άλλων, του Μάνου Χατζιδάκι, το Ωδείο Αθηνών μεταστεγάστηκε εκεί. «Προφανώς ο Παλλάντιος με τον τρόπο αυτόν θέλησε να εκβιάσει την αποπεράτωση του κτιρίου, αλλά η τακτική δεν πέτυχε» λέει και πάλι ο Νίκος Τσούχλος.

Το 1980 και προκειμένου να λυθεί η εκκρεμότητα υπεγράφη μια σύμβαση ανάμεσα στο Ωδείο και στο Ελληνικό Δημόσιο. Το μεν Ωδείο δώριζε στο Δημόσιο το κτίριο της οδού Πειραιώς μαζί με το οικόπεδό του και σε αντάλλαγμα αξίωνε την αποπεράτωση του νέου κτιρίου ως το 1986 δημοσία δαπάνη αλλά και την εφεξής χρηματοδότηση της λειτουργίας του. Η δωρεά έγινε, η αποπεράτωση όχι. «Οσον αφορά τη χρηματοδότηση, λειτούργησε με τρόπο θεσμικά όχι πάντα σωστό τόσο κατά τη δική μας άποψη όσο και κατά την άποψη του υπουργείου. Δεν υπήρξε, ας πούμε, θεσμική τάξη. Τα πράγματα ήταν ζήτημα συνεννόησης, ποιος γνωρίζει ποιον κ.τ.λ. Στο πλαίσιο αυτό, κάποιες χρονιές η χρηματοδότηση ήταν πολύ υψηλή, κάποιες άλλες, ειδικά στα χρόνια της κρίσης, η κατάσταση έγινε εφιαλτική» λέει ο πρόεδρος του ΔΣ.

Ο ίδιος θα βρεθεί στη συγκεκριμένη τη θέση το 2012, έχοντας ολοκληρώσει έναν κύκλο ως καλλιτεχνικός διευθυντής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Στο Ωδείο θα έρθει αντιμέτωπος με μια κατάσταση κυριολεκτικά τραγική. Το κτίριο – ημιτελές σε ποσοστό 40% – δεν έχει συντηρηθεί ποτέ. Στάζει από παντού, τα υπόγειά του είναι γεμάτα μπάζα, σκουπίδια, ακόμη και ποντίκια, και όλα αυτά σε απόσταση μόλις 200 μέτρων από το Προεδρικό Μέγαρο. Ταυτόχρονα, υπήρχαν σοβαρά εργασιακά προβλήματα. Καθυστερήσεις δεδουλευμένων στους διδάσκοντες που σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν ακόμη και τα τέσσερα χρόνια με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός να καταφύγει στα δικαστήρια, αλλά και οφειλές σε ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και προμηθευτές.

«Η κατάσταση ήταν εκρηκτική και η φυσική πορεία ήταν να κλείσει το Ωδείο ύστερα από ενάμιση, σχεδόν, αιώνα» λέει ο Ν. Τσούχλος. «Επειδή κάτι τέτοιο θα ήταν πραγματικό όνειδος για τη γενιά μας, αποφασίσαμε να εκμεταλλευθούμε τα πλεονεκτήματά μας. Το έμψυχο δυναμικό αφενός, αφετέρου το ίδιο το κτίριο. Μια εντυπωσιακή υποδομή, ημιτελή και προβληματική μεν, της οποίας όμως η φιλοδοξία είναι μοναδική. Μιλάμε για 14.000 τ.μ. ειδικά σχεδιασμένα για τη διδασκαλία των παραστατικών τεχνών στο κέντρο της Αθήνας. Είμαστε πάμπτωχοι και ταυτόχρονα πάμπλουτοι».


Γραφειοκρατικός γολγοθάς

Η αντίστροφη μέτρηση αρχίζει με μια μελέτη ανάπλασης και βιωσιμότητας την οποία προσφέρει ο Σύλλογος Οι Φίλοι της Μουσικής. «Η μελέτη αυτή την άνοιξη του ’13 επιβεβαίωσε την υποψία μας ότι το κτίριο αυτό θα μπορούσε μελλοντικά να είναι βιώσιμο. Ωστόσο, για να ολοκληρωθεί απαιτούνταν 18 εκατ. ευρώ, ποσό που ήταν ασφαλώς αδύνατον να βρεθεί στην κορύφωση της κρίσης. Ετσι, αποφασίσαμε να σπάσουμε το έργο σε τρία κομμάτια».

Πρώτο από αυτά, η ολοκλήρωση των λεγόμενων πολιτιστικών υποδομών. Εργο αξίας έξι εκατομμυρίων ευρώ μετά την ολοκλήρωση των σχετικών διαγωνισμών, το οποίο εντάχθηκε στο ΕΣΠΑ, στα ΠΕΠ Αττικής 2007-2013 και έκτοτε άρχισε ένας γραφειοκρατικός γολγοθάς. Στην πορεία πέρασε από την ευθύνη του Δήμου Αθηναίων στην Περιφέρεια Αττικής, άλλαξε διαχειριστική περίοδο (2014-2020), ελέγχθηκε άπειρες φορές, οι μελέτες υπεβλήθησαν στους αρμόδιους φορείς και τέλος εξασφαλίστηκε η οικοδομική άδεια.

«Εκεί που ήμασταν έτοιμοι να αρχίσουμε το καλοκαίρι του ’17, έγινε ένα από τα πιο ειρωνικά πράγματα που μπορεί να φανταστεί κανείς» λέει ο Νίκος Τσούχλος. «Επί χρόνια φωνάζαμε ότι ένα τέτοιο εμβληματικό κτίριο δεν μπορεί να σαπίζει ασυντήρητο. Δεν μας άκουγε κανείς. Ωσπου όταν μαθεύτηκε ότι πρόκειται να εξελιχθεί ένα έργο ανάπλασης, επενέβη το υπουργείο Πολιτισμού κατόπιν προτροπής των Αρχιτεκτόνων του Μετσοβίου και μας είπε «στοπ, το κτίριο είναι υποψήφιο προς κήρυξη σε διατηρητέο, κατά συνέπεια απαγορεύεται να κάνετε οποιαδήποτε εργασία». Μιλάμε τώρα για ένα έργο το οποίο οι ίδιες οι υπηρεσίες του ΥΠΠΟ είχαν αδειοδοτήσει! Αναγκαστήκαμε να υποβάλουμε εκ νέου τις μελέτες προς έγκριση την οποία έλαβαν όλες και επιτέλους ξεκινήσαμε. Παρ’ όλο που τότε είχαμε στενοχωρηθεί γιατί καθυστερήσαμε πολύ, στην πορεία όλη αυτή η ιστορία μάς βγήκε σε καλό».

    Στο πλαίσιο αυτό, οι εργασίες που βρίσκονται πλέον σε εξέλιξη με ορίζοντα ολοκλήρωσης τον Δεκέμβριο του 2020 αφορούν την αποπεράτωση του υπόγειου αμφιθεάτρου 650 θέσεων και όλων των χώρων περί αυτό: ο ένας θα μετατραπεί σε μια δεύτερη, πειραματική σκηνή χωρητικότητας 200-250 ατόμων κάτω από το αμφιθέατρο. Παράλληλα, τα φουαγέ θα αναμορφωθούν σε χώρους εκθέσεων-εκδηλώσεων και όλα αυτά με μια πρόβλεψη ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει και ως συνεδριακός χώρος. Προβλέπεται επίσης μια βελτίωση της εισόδου του αμφιθεάτρου από την οδό Ρηγίλλης, διατηρουμένης της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας του κτιρίου, αλλά και η δημιουργία εστιατορίου.

Σε ένα από τα υπόγεια θα δημιουργηθεί ο όροφος τεχνολογίας: μια μεγάλη σουίτα από στούντιο, χώροι μαθημάτων τεχνολογίας αλλά και hubs νεανικής επιχειρηματικότητας στον τομέα της μουσικής.