Φόρος στις «αμαρτίες» – Γιατί θα πληρώσουμε πιο ακριβά τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια

Ποιοι είναι οι φόροι αμαρτίας - Ο αντίκτυπος σε τσέπη και υγεία - Η γνώμη των ειδικών για το υγειονομικό όφελος και το κοινωνικό κόστος της επιβάρυνσης στην κατανάλωση βλαβερών προϊόντων

Θα βελτιώνονταν οι καταναλωτικές συνήθειες εάν τα προϊόντα με αποδεδειγμένη επιβλαβή επίδραση στην υγεία φορολογούνταν με έναν υψηλότερο συντελεστή; Και πόσο θα ενισχυόταν το Σύστημα Υγείας εάν οι φόροι αυτοί κατευθύνονταν για την οικονομική ενίσχυση του ΕΣΥ; Οι «φόροι αμαρτίας» αποτελούν χρήσιμο εργαλείο στο εξωτερικό εδώ και χρόνια για την πρόληψη ασθενειών. Εάν, δε, επιβάλλονταν και στη χώρα μας, σύμφωνα με ελληνική μελέτη το ετήσιο όφελος θα άγγιζε τα 570 εκατ. ευρώ.

Μάλιστα, το ύψος των φόρων αμαρτίας θα ήταν ικανό να καλύψει ένα σημαντικό μέρος των ασφαλιστικών δαπανών για την αντιμετώπιση του καρκίνου, αποτελώντας συνεπώς ένα ισχυρό οικονομικό «μαξιλάρι» για τα ασφαλιστικά ταμεία και το υποχρηματοδοτούμενο Σύστημα Υγείας.

Τα επιδημιολογικά δεδομένα άλλωστε καθρεφτίζουν τις επιπτώσεις των κακών συνηθειών, χωρίς να παραβλέπονται τα κληρονομικά αίτια και οι λοιποί περιβαλλοντικοί παράγοντες, στην υγεία (και) των Ελλήνων. Ενδεικτικά αναφέρεται πως η πρόσφατη έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ που αφορά την πενταετία 2015-2020 καταγράφει συνολικά 121.942 θανάτους.

Και όπως προκύπτει από τα αναλυτικά δεδομένα, τα νεοπλάσματα(30.492), τα καρδιακά νοσήματα (30.291) και τα εγκεφαλικά νοσήματα (13.514) είναι οι τρεις πιο συχνές αιτίες θανάτου. Ενώ η έκθεση σε παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα ή το υψηλό σωματικό βάρος (υπέρβαρο, παχυσαρκία), είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.

«Η ειδική φορολόγηση επιβλαβών προϊόντων μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως εργαλείο δημόσιας υγείας όσο και ως μια εναλλακτική λύση εύρεσης πόρων για το Σύστημα Υγείας»

Ωφέλεια σε δύο επίπεδα

«Η ειδική φορολόγηση επιβλαβών προϊόντων με αποδεδειγμένες αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του γενικού πληθυσμού, οι λεγόμενοι φόροι αμαρτίας ή αλλιώς φόροι Pigou – ίσως ένας καλύτερος όρος είναι «φόροι υπέρ υγείας» –, μπορούν, υπό συνθήκες, να λειτουργήσουν τόσο ως εργαλείο δημόσιας υγείας για τη μείωση των βλαπτικών συμπεριφορών όσο και ως μια εναλλακτική λύση στην προσπάθεια εύρεσης πόρων για την οικονομική ενίσχυση του Συστήματος Υγείας» υπογραμμίζει μιλώντας στο «Βήμα» ο επίκουρος καθηγητής Οικονομικών της Υγείας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, Κώστας Αθανασάκης.

O ίδιος σε συνεργασία με τον επίκουρο καθηγητή Οικονομικών της Υγείας στο London School of Economics & Political Science (LSE) Ηλία Κυριόπουλο και τους οικονομολόγους Παναγή Παναγιωτόπουλο και Παναγιώτα Ναούμ εκπόνησαν σχετική μελέτη ώστε να αποτυπώσουν το όφελος μιας αντίστοιχης πολιτικής στη χώρα μας. Και τα ευρήματα ήταν αποκαλυπτικά: Εκτίμησαν ότι η εισαγωγή ενός φόρου αμαρτίας της τάξης του 20% επί της αρχικής λιανικής τιμής σε προϊόντα και τρόφιμα που τεκμηριωμένα βλάπτουν την υγεία (π.χ. στα τσιγάρα και σε αναψυκτικά με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη) έχει τη δυνατότητα να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα του Ελληνικού Δημοσίου κατά πολλά εκατομμύρια ευρώ, μειώνοντας ταυτόχρονα και την κατανάλωση – άρα την έκθεση στον κίνδυνο.

570

εκατ. ευρώ θα ήταν το ετήσιο όφελος από τους φόρους αμαρτίας στη χώρα μας. Αρκεί ένας φόρος της τάξης του 20% επί της αρχικής λιανικής τιμής σε προϊόντα (π.χ.  στα τσιγάρα και σε αναψυκτικά με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη).

Ενα «ταμείο» για τον καρκίνο

Οι ερευνητές εντούτοις κάνουν ένα βήμα παραπέρα, προτείνοντας τη δημιουργία ενός «ταμείου καρκίνου», το οποίο θα έχει ως αντικείμενο την αντιμετώπιση και διαχείριση των νεοπλασμάτων, υποστηρίζοντας οικονομικά ένα εθνικό σχέδιο για τον καρκίνο. Οπως υπογραμμίζουν οι συγγραφείς της μελέτης, η κατανομή των πόρων θα πρέπει να γίνεται με τρόπο που να συμπεριλαμβάνονται όλες οι διαστάσεις και τα στάδια που συνδέονται με τη νόσο – δηλαδή να διασφαλίζεται ο προϋπολογισμός τόσο στο πεδίο της θεραπείας (λ.χ. φάρμακα) όσο και στην εφαρμογή παρεμβάσεων πρόληψης αλλά και μακροχρόνιας φροντίδας και αποκατάστασης.

Για να διαπιστώσει, δε, κανείς το κενό στη φροντίδα των καρκινοπαθών στη χώρα μας, αρκεί να αναλογιστεί πως μόλις το 2% επί του συνόλου των δαπανών στην Υγεία επενδύεται στη μακροχρόνια φροντίδα, όταν υπολογίζεται πως περίπου 135.000 ασθενείς και οι οικογένειές τους χρειάζονται υπηρεσίες ανακουφιστικής φροντίδας ετησίως. Τα παραπάνω καθιστούν τη δημιουργία ενός ταμείου κρίσιμη.

Σε κάθε περίπτωση αντίστοιχες πρακτικές έχουν ήδη δοκιμαστεί στο εξωτερικό και συζητούνται εκτενώς. Οπως αναφέρει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) από το 2017, τουλάχιστον 133 χώρες αύξησαν ή εισήγαγαν φόρους υγείας, με αποτέλεσμα το αυξανόμενο ενδιαφέρον να έχει οδηγήσει τον Οργανισμό να εντείνει την παρότρυνση και την καθοδήγηση σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μάλιστα εκτός από τους φόρους στα τσιγάρα, τα τελευταία έτη οι χώρες, αναζητώντας καινοτόμες μεθόδους ώστε να αντιμετωπίσουν την αύξηση της παχυσαρκίας και των ασθενειών που σχετίζονται με τη διατροφή, εστιάζουν στα ζαχαρούχα ποτά αλλά και στα εξαιρετικά επεξεργασμένα τρόφιμα. Παρ’ όλα αυτά, ο Οργανισμός καταγράφει μεγάλη ανομοιογένεια στις πρακτικές που ακολουθούνται, με συνέπεια τα αποτελέσματά τους να μην είναι πάντα βέλτιστα.

133

τουλάχιστον χώρες αύξησαν ή εισήγαγαν φόρους υγείας από το 2017, σύμφωνα με τον ΠΟΥ

Οι «αναγνώσεις» ενός φόρου

Βεβαίως, ένας φόρος δεν είναι ποτέ ευχάριστος. Το 2018 η γαλλική κυβέρνηση επέβαλε φόρο στα ζαχαρούχα ποτά. Τέσσερα χρόνια μετά έρευνα που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Public Health Nutrition» έδειξε πως το 64,7% των γάλλων συμμετεχόντων, ένα υψηλό ποσοστό όταν μιλάμε για φορολογία, εξέφρασε θετική γνώμη για τον φόρο. Επίσης, το ποσοστό αυτό ήταν υψηλότερο εάν τα φορολογικά έσοδα χρησιμοποιούνταν για τη χρηματοδότηση μέτρων που σχετίζονταν με την υγεία (76,4%). Μια πιο ενδελεχής ανάλυση όμως κατέληξε ότι η υποστήριξη προς τον φόρο διέφερε μεταξύ των υποομάδων του πληθυσμού. Οι ομάδες που έτειναν να επηρεάζονται λιγότερο οικονομικά από το μέτρο και εκείνες που θεωρούσαν ότι τα ζαχαρούχα ποτά έχουν βλαβερές συνέπειες ήταν πιο πιθανό να εμφανιστούν περισσότερο υποστηρικτικές.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι σε δεδομένα κοινωνικής έρευνας η οποία διεξήχθη στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού που θα υποστήριζε ένα τέτοιο μέτρο εκτιμήθηκε στο 74% – με την προϋπόθεση ότι το αποτέλεσμα του φόρου κατευθύνεται στο Σύστημα Υγείας.

Συζήτηση αναφορικά με τον οριζόντιο χαρακτήρα του μέτρου έχει γίνει και στη Μεγάλη Βρετανία, όπου οι υπερασπιστές των φόρων αμαρτίας εστιάζουν στα οφέλη των χαμηλότερων οικονομικά νοικοκυριών, καθώς το αυξημένο κόστος σε βλαβερά προϊόντα μειώνει την κατανάλωσή τους και συνεπακόλουθα τον επιπολασμό των μη μεταδιδόμενων νοσημάτων. Οι επικριτές τους εντούτοις επιμένουν πως εντείνουν τις αγοραστικές ανισότητες.

74%

των Ελλήνων θα υποστήριζε τους φόρους αμαρτίας εάν κατευθύνονταν στο Σύστημα Υγείας, σύμφωνα με παλαιότερη έρευνα

Ο αντίκτυπος σε τσέπη και υγεία

Ωστόσο, πέντε έρευνες που δημοσιεύθηκαν το 2018 στην έγκριτη ιατρική επιθεώρηση «Lancet» έδωσαν απάντηση στο παραπάνω δίλημμα. Οι ερευνητές εξέτασαν τις καταναλωτικές συνήθειες σε 13 χώρες (Χιλή, Πολωνία, Τουρκία, Νιγηρία, Ινδία κ.ο.κ.), διαπιστώνοντας ότι οι πλουσιότερες οικογένειες ξοδεύουν γενικά περισσότερα χρήματα σε ανθυγιεινά προϊόντα όπως αλκοόλ, αναψυκτικά και σνακ. Από την άλλη πλευρά, όπως παρατήρησαν οι συγγραφείς εκείνης της μελέτης, οι φόροι είχαν μεγαλύτερο αντίκτυπο στην υγεία των μελών νοικοκυριών με χαμηλότερα εισοδήματα – όπου όμως η έκθεση στον κίνδυνο των ανθυγιεινών συμπεριφορών είναι συχνότερη. Για παράδειγμα, υπολογίστηκε πως μια ενδεχόμενη εισαγωγή ελάχιστης τιμής για το αλκοόλ στη Μεγάλη Βρετανία θα είχε 7,6 φορές μεγαλύτερη επίδραση στα φτωχότερα νοικοκυριά, αλλά και συνεπακόλουθα σημαντικά οφέλη για την υγεία τους.

Βλαβερές συνήθειες

  • Οι μη μεταδιδόμενες ασθένειες αντιπροσωπεύουν το 70% όλων των θανάτων (41 εκατομμύρια απώλειες ετησίως).
  • Οι 3 στους 4 θανάτους αποδίδονται σε καρδιαγγειακές παθήσεις, καρκίνο, αναπνευστικές παθήσεις και διαβήτη, με τους επιστήμονες να επιμένουν πως τροποποιήσιμοι παράγοντες (π.χ. διατροφή και άσκηση) μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο.
  • Το 24,9% των Ελλήνων είναι καπνιστές, όταν για το σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ ο μέσος όρος είναι 16%.
  • Στη χώρα μας αντιστοιχούν 6,3 λίτρα αλκοόλ ανά ενήλικο. Ο μέσος όρος κατανάλωσης στον ΟΟΣΑ είναι 8,6 λίτρα.
  • Το 63% των Ελλήνων ηλικίας άνω των 18 είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Το αντίστοιχο ποσοστό στα παιδιά ηλικίας 10-12 ετών φτάνει το 41,2%.
  • Τουλάχιστον τρία στα δέκα άτομα άνω των 15 ετών στη χώρα μας καταναλώνουν καθημερινά ή έως τρεις φορές την εβδομάδα αναψυκτικά, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat.

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.