Οι ευρωπαίοι ηγέτες βρίσκονται σε κατάσταση πανικού κάθε φορά που ο αμερικανός πρόεδρος Τραμπ και οι συνεργάτες του αναλαμβάνουν διπλωματικές πρωτοβουλίες.

Οι Ευρωπαίοι συνειδητοποίησαν ξαφνικά ότι το γεωπολιτικό πλαίσιο που τους εξασφάλιζε ασφάλεια και ευημερία έχει καταρρεύσει: η αμερικανική ομπρέλα προστασίας έχει πρακτικά αποσυρθεί, η πρόσβαση σε φθηνές πηγές ρωσικής ενέργειας ακυρώθηκε, ενώ δέχονται πιέσεις για απαγκίστρωση από την τεράστια κινεζική αγορά.

Συνειδητοποίησαν επίσης ότι οι Αμερικανοί διαπραγματεύονται μονομερώς με τους Ρώσους όχι μόνο τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά και μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας που παραπέμπει σε… νέα Γιάλτα.

Ολα αυτά δεν θα έπρεπε να εκπλήσσουν. Ο πρόεδρος και η ομάδα που τον περιβάλλει έχουν πρώτη προτεραιότητα την αντιμετώπιση της αναδυόμενης Κίνας. Οι ΗΠΑ για πρώτη φορά στην ιστορία τους έχουν να αντιμετωπίσουν παγκόσμιο ανταγωνιστή που τις έχει ξεπεράσει οικονομικά (με όρους αγοραστικής δύναμης). Ταυτόχρονα έχουν διαγνώσει ότι το οικονομικό και δημογραφικό βάρος του πλανήτη έχει μετατοπιστεί από την Ευρώπη στην Ασία, όπου ζουν πέντε από τα οκτώ δισεκατομμύρια κατοίκων του πλανήτη και εκεί είναι συγκεντρωμένο το 54% του παγκόσμιου πλούτου. Αντίθετα, το οικονομικό βάρος της Ευρώπης έχει μειωθεί στο 17%, ενώ η ευρωπαϊκή ήπειρος παρακμάζει δημογραφικά.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έσπρωξε τη Ρωσία στην αγκαλιά της Κίνας, πράγμα που ένωσε τις δύο αυτές ευρασιατικές δυνάμεις εναντίον των ΗΠΑ στη λογική «ο εχθρός του εχθρού είναι φίλος». Ο στρατηγικός άξονας Πεκίνου – Μόσχας έδωσε στην Κίνα το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της φθηνής ενέργειας ενώ της εξασφάλισε τα χερσαία σύνορα από απειλές δίνοντάς της στρατηγικό βάθος. Ετσι η Κίνα έστρεψε την ενέργειά της στη θάλασσα απειλώντας τη θαλασσοκρατία των ΗΠΑ. Ενώ ο πρώτος Ψυχρός Πόλεμος (1945-1991) είχε επικεντρωθεί στη στεριά (Ανατολική Ευρώπη), ο νέος ψυχρός πόλεμος έχει εστίαση στη θάλασσα (Ινδικός Ωκεανός, Νότια και Ανατολική Σινική Θάλασσα, και Αρκτική).

Αν η Κίνα κυριαρχήσει στη Νοτιοανατολική Ασία και στις γύρω από αυτή θάλασσες, θα δημιουργήσει μια βάση ισχύος ικανή να εκτοπίσει τις ΗΠΑ από τη σημερινή τους πρωτοκαθεδρία στο διεθνές σύστημα. Για τις ΗΠΑ είναι συνεπώς μονόδρομος όχι απλώς να επιδιώξει ανάσχεση της Κίνας στην Ασία αλλά και να προσπαθήσει να διασπάσει τον άξονα Πεκίνου – Μόσχας. Αυτό άλλωστε έκαναν οι ΗΠΑ και στον πρώτο Ψυχρό Πόλεμο με την προσέγγιση των Νίξον/ Κίσινγκερ στον Μάο το 1972. Τότε πέτυχαν να διασπάσουν τη συμμαχία Σοβιετικής Ενωσης και Κίνας, πράγμα που βοήθησε τις ΗΠΑ να βγουν νικήτριες στον ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό με τη Σοβιετική Ενωση.

Με βάση αυτές τις προτεραιότητες είναι εύκολα κατανοητό γιατί η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία ως προϋπόθεση για να προσεγγίσει τη Ρωσία. Αλλωστε η Δύση δεν διαθέτει «θεωρία νίκης» σε αυτόν τον πόλεμο. Οι κυρώσεις δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα ούτε οι ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα να υπερισχύσουν των ρωσικών παρά την τεράστια βοήθεια που λαμβάνουν. Το αντίθετο συμβαίνει μάλιστα, αφού κινδυνεύουν με κατάρρευση.

Ο τερματισμός του πολέμου προϋποθέτει αναγνώριση της πραγματικότητας, ότι δηλαδή δεν μπορεί η Ουκρανία να ανακαταλάβει τα εδάφη που έχει χάσει ούτε να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Αυτές οι πραγματιστικές διαπιστώσεις της αμερικανικής κυβέρνησης προκάλεσαν την οργή των Ευρωπαίων, οι οποίοι όμως δεν είναι σε θέση να προτείνουν εναλλακτική στρατηγική. Η συνέχιση του πολέμου με κίνδυνο κατάρρευσης της ουκρανικής αντίστασης δεν συνιστά βιώσιμη στρατηγική επιλογή.

Εάν κατορθώσουν οι ΗΠΑ να διαπραγματευθούν τον τερματισμό του πολέμου (με βάση τα τετελεσμένα στο έδαφος, την ουδετερότητα της Ουκρανίας, την παροχή εγγυήσεων ασφαλείας και την άρση των κυρώσεων) τότε θα προσπαθήσουν να προσεγγίσουν τη Ρωσία. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα είναι εύκολο. Το χάσμα στις σχέσεις Ρωσίας – ΗΠΑ είναι τεράστιο και θα πάρει χρόνο να γεφυρωθεί. Οι ΗΠΑ πάντως ποντάρουν στο ότι η Ρωσία δεν θα ανεχθεί για πολύ το status του δορυφόρου της Κίνας στο οποίο έχει περιέλθει.

Με δεδομένο ότι το κέντρο βάρους του πλανήτη έχει μετατοπιστεί στην Ασία, είναι απολύτως φυσιολογικό οι ΗΠΑ να επιδιώκουν να απεγκλωβιστούν από τις υποχρεώσεις τους στην Ευρώπη. Αυτό δεν θα έπρεπε να αιφνιδιάζει τους Ευρωπαίους ούτε να τους προκαλεί πανικό. Η Ευρώπη δεν απειλείται από τη Ρωσία παρά τους φόβους χωρών του πρώην Ανατολικού Μπλοκ. Η Ρωσία είναι σήμερα μια χώρα σε παρατεταμένη οικονομική, δημογραφική και τεχνολογική παρακμή. Δεν κατάφερε ύστερα από τρία χρόνια πολέμου να υπερισχύσει της Ουκρανίας. Το 20% του ουκρανικού εδάφους που κατέλαβε με τεράστιο κόστος δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία, ενώ δικό της έδαφος τελεί υπό ουκρανική κατοχή. Η Ρωσία και να θέλει δεν έχει την ικανότητα να επεκταθεί. Δεν αποκλείεται μάλιστα να καταρρεύσει, όπως κατέρρευσε η Σοβιετική Ενωση στη μετά τον Πούτιν εποχή.

Σε κάθε περίπτωση, οι Ευρωπαίοι έχουν τη δυνατότητα να χειριστούν μόνοι τους ενδεχόμενη ρωσική απειλή: ο συνδυασμένος πλούτος της Ευρώπης (ΕΕ μαζί με Βρετανία) είναι δέκα φορές μεγαλύτερος από αυτόν της Ρωσίας, ενώ το δημογραφικό πλεονέκτημα της Ευρώπης σε σχέση με της Ρωσίας είναι πάνω από τρία προς ένα. Τέλος, δεν πρέπει ξεχνάμε ότι η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία διαθέτουν πυρηνικά οπλοστάσια, ενώ η Γερμανία μπορεί να αποκτήσει πυρηνικά όπλα σε σύντομο χρόνο από τη στιγμή που θα το αποφασίσει.

Οι Ευρωπαίοι μπορούν εύκολα να ενισχύσουν την άμυνά τους χωρίς να χρειαστεί να ξοδέψουν το 5% του ΑΕΠ, όπως υποστηρίζει ο Τραμπ. Εάν καταφέρουν να συντονιστούν, πράγμα αβέβαιο, αρκεί ένα ποσοστό της τάξεως του 2,5% για να καλύψει το κενό που θα αφήσει ενδεχόμενη απόσυρση της αμερικανικής αμυντικής ομπρέλας από την Ευρώπη. Ο πραγματικός λόγος που ο Τραμπ ζητάει από τους Ευρωπαίους να αυξήσουν υπέρογκα τις αμυντικές τους δαπάνες δεν έχει να κάνει με τη ρωσική απειλή αλλά… με την ανάσχεση της Κίνας. Οι ΗΠΑ επιθυμούν να εμπλέξουν τους Ευρωπαίους στις στρατηγικές ισορροπίες της Απω Ανατολής, κάτι που οι Ευρωπαίοι δεν έχουν λόγο να κάνουν.

Οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις δεν περιέχουν μόνο απειλές αλλά και ευκαιρίες για τους Ευρωπαίους. Ο τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία μπορεί να αποκαταστήσει τις ενεργειακές τους σχέσεις με τη Ρωσία. Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης εξαρτάται άλλωστε σε μεγάλο βαθμό από την προμήθεια φθηνής ενέργειας. Τέλος, εάν οι ΗΠΑ συνεχίσουν να αντιμετωπίζουν τους Ευρωπαίους ως δορυφόρους τους, να αγνοούν τα συμφέροντά τους, να επεμβαίνουν στην εσωτερική τους πολιτική και να τους επιβάλλουν δασμούς τότε οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν να απαντήσουν εμβαθύνοντας τις οικονομικές τους σχέσεις με την Κίνα.

Ετσι, παραδόξως, αντί να απομονωθεί η Κίνα θα μπορούσαν να απομονωθούν οι ΗΠΑ. Ωστόσο, για να μπορέσει η Ευρώπη να παίξει ένα τέτοιο «σκληρό παιχνίδι» αντίστοιχο με αυτό που παίζει ο πρόεδρος Τραμπ πρέπει να καταφέρει να ξεπεράσει τα προβλήματα συλλογικής δράσης (collective action problems) που την κατατρέχουν. Χωρίς συντονισμό δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει ισχύ, η οποία είναι το κύριο νόμισμα της διεθνούς πολιτικής. Τέτοιον συντονισμό δεν είναι σε θέση να προσφέρει η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, αλλά οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Μεγάλη Βρετανία, εάν βέβαια τα βρουν μεταξύ τους. Παραδόξως, η αμερικανική αντιπαλότητα προς την Ευρώπη θα μπορούσε να διευκολύνει κάτι τέτοιο, «μια συμμαχία των προθύμων».

Ο κ. Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος στο Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων.