Από την ημέρα της εκλογής του, το 2019, ο Κυριάκος Μητσοτάκης συμπεριφερόταν στην αντιπολίτευση όπως οι Αθηναίοι στους Μηλίους, «ο ισχυρός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του». Μάλιστα επικαλέστηκε αυτό το παράδειγμα και σε μια σχετικά πρόσφατη τοποθέτησή του καταδικάζοντάς το, με αφορμή την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η αφορμή δεν έχει σημασία, η ουσία είναι η νοοτροπία, η ιδέα ότι υπάρχει ένα και μοναδικό σχέδιο για τη σωτηρία της χώρας και προκειμένου να εφαρμοστεί αξίζει να θυσιαστούν τα πάντα, με πρώτο θύμα, συνήθως, τους θεσμούς.
Εχει ενδιαφέρον το πώς περιγράφει την πρωθυπουργία του ο Μητσοτάκης. «Ο μεγαλύτερος κίνδυνος», έχει πει σε διάφορες συνεντεύξεις του, όχι πάντα με τα ίδια λόγια, «είναι ο κίνδυνος της αλαζονείας της εξουσίας. Ο κίνδυνος της απομόνωσης εντός του πρωθυπουργικού γραφείου». Στη αρχή της θητείας του επαναλάμβανε ότι η εξουσία δεν κρατά για πάντα και ότι αυτό είναι κάτι που υπενθύμιζε συνεχώς στον εαυτό του.
Λέγοντάς τα αυτά υπονοούσε ότι εκείνος απέφυγε τους κινδύνους της εξουσίας. Με αντίστοιχη ματιά «εικονογραφεί» τους πολιτικούς αντιπάλους του. Το ΠαΣοΚ είναι ο «πράσινος ΣΥΡΙΖΑ» που προσχώρησε σε ακραίες θέσεις για να γίνει ο Ανδρουλάκης πρωθυπουργός και ο ΣΥΡΙΖΑ το κόμμα των λεφτόδενδρων που έπαιξε τη χώρα στα ζάρια και έχασε.
Ο κίνδυνος του λαϊκισμού που επικαλείται δεν προέρχεται από το ΠαΣοΚ του Ανδρουλάκη και από τον ΣΥΡΙΖΑ του Φάμελλου. Προέρχεται από άλλα κόμματα, που προβάλλονται ως αντισυστημικά, και τα οποία μόλις πρόσφατα αποφάσισε να κατηγορήσει ότι σέρνουν την πολιτική ζωή στον βούρκο με αφορμή την τραγωδία στα Τέμπη.
Ομως ούτε ο Μητσοτάκης είναι αυτός που αυτοπροσωπογραφείται ούτε η αντιπολίτευση αυτή που περιγράψει. Η διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα που προβάλλει ο Πρωθυπουργός και σε αυτήν που αντιλαμβάνονται οι πολίτες προκαλεί το χάσμα μέσα στο οποίο βουλιάζει η κυβέρνηση. Η οποία, αφού εργαλειοποίησε απολύτως τους θεσμούς από τις υποκλοπές μέχρι τα Τέμπη, κατηγορεί σχεδόν τους πάντες, χωρίς διακρίσεις, ότι αποσταθεροποιούν τη χώρα για «να ρίξουν τον Μητσοτάκη». Ομως στην πρόσφατη δημοσκόπηση της Metron Analysis το 12% των πολιτών πιστεύει ότι υπάρχει θεσμική κρίση στη χώρα – το ποσοστό αυτό ήταν περί το 5% τον προηγούμενο μήνα και τα προηγούμενα χρόνια.
Ακόμη χειρότερα, η κυβέρνηση δίνει την εντύπωση ότι ο σκοπός της είναι ο εαυτός της και η παράταση της εξουσίας της. Εχοντας απέναντί της όχι πολιτικά κόμματα, αλλά την κοινωνία που ζητάει δικαιοσύνη, δεν απαντά με σεβασμό και ψυχραιμία στο αίτημά της, αλλά συγκρουσιακά, επιστρατεύοντας επικοινωνιακούς μηχανισμούς. Υπονομεύει έτσι και τη δική της αξιοπιστία και τα ίδια τα γεγονότα. Ολα πέφτουν στον κουβά της καχυποψίας και αλέθονται με τερατολογίες.
Γι’ αυτό το 71% πιστεύει ότι υπάρχει κυβερνητική συγκάλυψη στα Τέμπη. Και γιατί η κυβέρνηση αντί να προτάξει τα πραγματικά ερωτήματα και τα προβλήματα ασφάλειας που αντιμετωπίζει η χώρα στο ριζικά μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, άφησε τους πολίτες να ασχολούνται με φαινομενικά ακίνδυνα θέματα που τώρα αποδεικνύονται πιο εύφλεκτα από ό,τι προκάλεσε την πυρόσφαιρα στα μοιραία τρένα.