Μέρος της «ραχοκοκαλιάς» της μεγάλης της jazz σχολής των Ηνωμένων Πολιτειών, εμφανίζεται από την Παρασκευή 21 έως και την Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου, στο Half Note Jazz Club. Τέσσερις σημαντικοί μουσικοί που έχουν με τις πορείες τους διαμορφώσει την ίδια την jazz ιστορία, ο καθένας με τον τρόπο του. Ο πιανίστας και συνθέτης David Kikoski κι ο σαξοφωνίστας Ralph Moore, συνεργάτες από παλιά σε πολλά γκρουπ – ανάμεσα στα οποία κι αυτό του κορυφαίου Roy Haynes τον οποίο και τιμούν – μαζί με τον συνεργάτη τους, μπασίστα Essiet Essiet και τον καταξιωμένο ντράμερ Joris Dudli, σχημάτισαν το κουαρτέτο τους και αποφάσισαν να περιοδεύσουν ανά την Ευρώπη, ξεκινώντας από την Αθήνα.
Για τον προερχόμενο απ’ το N. Jersey, David Kikoski, η μουσική ξεκίνησε αφού έμαθε πιάνο απ’ τον πατέρα του. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο Berklee στις αρχές των ‘80s και σχημάτισε μπάντα στην οποία μετείχε και ο Pat Metheny. To 1985 μετακόμισε στην Νέα Υόρκη και ξεκίνησε να δουλεύει στην μπάντα του Roy Haynes και του Randy Brecker αρχικά και μετά δίπλα στοuς Joe Henderson, Ron Carter και Al Foster. Ο Kikoski βραβεύτηκε με Grammy με την Mingus Big Band κι είχε υποψηφιότητα για Grammy με τον Roy Haynes στον περίφημο δίσκο «Birds of a feather». Με περισσότερους από 20 προσωπικούς δίσκους κι εκατοντάδες ηχογραφήσεις σε δισκογραφία άλλων, ο David Kikoski είναι από τους πιο επιδραστικούς post-bop πιανίστες.

All photos copyright ©cyranonyc I Contact: gilles@cyranonyc.com
Σε ανάλογους δρόμους κινείται και ο σημαντικός σαξοφωνίστας, Ralph Moore. Είχε μυηθεί στην μουσική, αρχικά με τρομπέτα. Μερικά χρόνια μετά πήγε στην Βοστώνη να σπουδάσει κι αυτός στο Berklee, χωρίς όμως να πάρει πτυχίο καθώς είχε την ατυχία να πέσει θύμα ληστείας και να τραυματιστεί σοβαρά από πυροβολισμό. Στη Βοστώνη συνεργάστηκε με τον κιθαρίστα Kevin Eubanks και τον ντράμερ Marvin “Smitty” Smith. Το πραγματικό breakthrough της καριέρας του είναι όταν πήγε στην Νέα Υόρκη στο τέλος των ‘80s κι είχε μακροχρόνια συνεργασία με τους θρυλικούς Horace Silver και Roy Haynes. Πλέον ο Ralph είχε αναδειχθεί σε σαξοφωνίστα επιλογής για μερικά από τα ιερά τέρατα της jazz όπως οι Dizzy Gillespie, Freddy Hubbard, Ray Brown, Kenny Barron, Tom Harrell ή Bobby Hutcherson, αλλά κι σ’ ένα μουσικό με ιδιαίτερες δισκογραφικές επιλογές. Η συνεργασία του με τον Kikoski κι οι κοινές τους παρουσίες ξεκινούν ήδη από τα ΄80s.

Κοντά στους δύο παραπάνω μουσικούς κι ο εκ Nebraska προερχόμενος, μπασίστας Essiet Okon Essiet. Ξεκίνησε τις σπουδές του στην μουσική με βιολί και στα δεκατέσσερά του χρόνια, «μετακόμισε» στο μπάσο και την τζαζ. Στον κόσμο των live, εισήλθε ακολουθώντας τον θρυλικό ντράμερ Famoudou Don Moye, με το κουαρτέτο του. Λίγο μετά ο πιανίστας Abdullah Ibrahim τον πήρε στην μπάντα του ενώ αποτέλεσε κι ένα από τα τελευταία μέλη των Jazz Messengers του Art Blakey. Σύντομα ο Essiet έγινε ο μπασίστας για καλλιτέχνες όπως οι Benny Golson, James Moody, Pat Martino, Jackie McLean και δεκάδες άλλοι. Τέλος, ανάμεσα στις παλαιότερες συνεργασίες του ήταν κι οι Kikoski και Moore.
Τέλος, ο Ελβετός ντράμερ Joris Dudli, ήταν μέλος της περίφημης Vienna Art Orchestra για χρόνια αλλά και μέλος του κουαρτέτου του Art Farmer. Από το 1986 μέχρι το 1999 έζησε στην Ν. Υόρκη όπου και συνεργάστηκε με τον Clifford Jordan, τον Jimmy Heath, τον Geoff Keezer, τον Kenny Davis. Μετά από αυτό μοίραζε τον χρόνο του δουλεύοντας με τον Vincent Herring τον Joe Zawinul, τον Benny Golson κα. Είναι κι αυτός συνεργάτης του Kikoski και του Essiet.
Από το boogie-woogie στην jazz εκδοχή των Beatles και τον Πυθαγόρα
Τέσσερις ημέρες, post και hard- bop jazz στο Μετς και ο λόγος πλέον ανήκει στον David Kikoski, ο οποίος μιλάει στο ΒΗΜΑ, με αφορμή την εμφάνισή του μαζί με τους μουσικούς που τον συνοδεύουν. «Θα δείτε ένα κάπως .. νέο συγκρότημα, αποτελούμενο από παλαιούς φίλους και συνεργάτες, που παίζουν μαζί σε διάφορες μουσικές καταστάσεις ζωντανά και σε δίσκους για περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια», σημειώνει καταρχάς ο Kikoski και συνεχίζει μιλώντας για την αγάπη του προς την μουσική και δη την τζαζ. «Ο πατέρας μου έπαιζε πάντα διάφορα όργανα μέσα στο σπίτι από τότε που ήμουν μικρό παιδί. Λάτρευε την τζαζ και άρχισε να μου διδάσκει boogie-woogie ήδη από 6 χρονών». Αυτός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του, ήταν «ο Charlie Parker και ο πατέρας μου φυσικά ήταν οι μεγαλύτερες επιρροές μου όταν μάθαινα τζαζ. Ως επαγγελματίας μουσικός, σίγουρα έμαθα περισσότερα από τον Roy Haynes, από οποιονδήποτε άλλον, για μένα. Θα λέγαμε, ήταν σαν ο πατέρας της μουσικής, για μένα».
Σημειώνει επίσης, ότι αυτό που του δίνει κουράγιο για να συνεχίζει, από το 1989 που παρουσιάστηκε στην δισκογραφία ως leader (με το άλμπουμ «Presage») έως σήμερα και να «ανακατεύεται» με τόσα πράγματα είναι όπως μας λέει ότι «πάντα είχα πολλή ενέργεια, αλλά υπάρχουν πολλά περισσότερα από αυτό. Στις «ζωντανές» εμφανίσεις, για παράδειγμα, αντλώ ενέργεια από τους… συμπαίκτες μου και το κοινό. Νομίζω ότι την ενέργεια μου ανεβάζει τις αντοχές και με κρατάει όρθιο.». Τίποτα όμως δεν γίνεται, χωρίς δουλειά. «Το ταλέντο μπορεί να δώσει σε κάποιον ένα προβάδισμα, αλλά η σκληρή δουλειά είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη του. Ακόμη και οι πιο ταλαντούχοι μουσικοί χρειάζονται αφοσίωση και πειθαρχία για να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητές τους. Ταυτόχρονα, όσοι μπορεί να μην είναι εκ φύσεως ταλαντούχοι μπορούν να επιτύχουν κάτι εξίσου πολύτιμο – δεξιότητες, βάθος και κατανόηση που έρχονται μόνο μέσω της επιμονής».
Προσφάτως, κυκλοφόρησε το άλμπουμ του «Live at Smalls» αλλά η αλήθεια είναι ότι έχει να κυκλοφορήσει στούντιο άλμπουμ από το «Sure Thing», του 2021. «Είναι αλήθεια έχω αργήσει, αλλά απαιτείται μεγάλη απάντηση γιατί. «Δραστηριοποιήθηκα ως sideman, αλλά εκτός από το live, σύντομα θα κυκλοφορήσει και ένα ακόμη άλμπουμ αυτό της επανένωσης των BeatleJazz (σ.σ. η jazz εκδοχή των τραγουδιών των Σκαθαριών) το οποίο αναμένεται μέσα στο 2025 ( «There and Everywhere»). Επίσης, συνθέτω, νέα μουσική για το επόμενο άλμπουμ μου και θα ηχογραφήσω επίσης σόλο άλμπουμ για πιάνο. Εξερευνώ νέους τρόπους για να μοιραστώ τη μουσική μου πέρα από τις παραδοσιακές λεωφόρους, βρίσκοντας τρόπους να προσεγγίσω όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους».
O David Kikoski, φύλαξε για το τέλος έκπληξη. «Μια από τις νεότερες συνθέσεις μου ονομάζεται «Πυθαγόρας» και έχω διαβάσει για αυτόν. Ο πατέρας μου ήταν σε ένα ελληνικό συγκρότημα που έπαιζε κλαρίνο όταν ήμουν μικρός και μελετούσαμε τα περίεργα μέτρα και τις εξωτικές κλίμακες και τις αρμονίες στην ελληνική μουσική. (Ο Πυθαγόρας με την Big Band της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ (2024).