Με την φράση «καλώς ήρθατε αδελφέ Στέφανε» και υπό τις κωδονοκρουσίες του Ναού του Αγίου Σάββα υποδέχεται ο Πατριάρχης των Σέρβων κ. Πορφύριος  τον μέχρι πριν από 15 μέρες προκαθήμενο της σχισματικής Εκκλησίας των Σκοπίων Αρχιεπίσκοπο κ. Στέφανο. Η «πυροδατοαποθήκη» των Βαλκανίων βρίσκεται πάλι στο μικροσκόπιο των Ορθοδόξων Προκαθημένων και των πρωθυπουργών των χωρών της  περιοχής με αφορμή την απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την εκδίκαση του εκλήτου και την αποκατάσταση της Εκκλησίας των Σκοπίων. Σήμερα σχεδόν 60 χρόνια μετά το σχίσμα μεταξύ Βελιγραδίου και Σκοπίων ο Πατριάρχης των Σέρβων συλλειτουργεί με τον κ. Στέφανο.
Οι εξελίξεις στο Βελιγράδι και τα Σκόπια είναι καταιγιστικές με το Φανάρι να παρακολουθεί στενά τα γεγονότα. «Το Βήμα» επικοινώνησε με τον Επίσκοπο Αντανίας, ηγούμενο της Μονής Τιμίου Προδρόμου και Μπίγκορσκι κ. Παρθένιο –λίγες ώρες πριν την ανακοίνωση της τέλεσης του συλλείτουργού- ο οποίος χαρακτηρίζει τον Οικουμενικό Πατριάρχη νέο Ιερό Φώτιο. Και προσπαθεί να στείλει μήνυμα ενότητας στους Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος δηλώνοντας: «Η εκκλησία μας δεν είναι κάποια εθνικιστική ή εθνοφυλετιστική οργάνωση και απολύτως δεν έχει αξιώσεις ή κρυμμένες προθέσεις για ανάμειξη στο κανονικό έδαφος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος ή οποιασδήποτε άλλης τοπικής Εκκλησίας».
Γεννημένος το 1970 σχεδόν μια δεκαετία μετά το σχίσμα, ελληνομαθής και ένας  από του ισχυρότερους κληρικούς του γειτονικού κράτους ο κ. Παρθένιος όταν ρωτάτε πως αισθάνεται μετά την εκδίκαση του εκλήτου δηλώνει: «Προσωπικά για μένα, η αποδοχή της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος σε κανονική και ευχαριστιακή ενότητα με την Πρωτόθρονο Μητέρα Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και δι’ αυτής και με όλο τον ορθόδοξο κόσμο, αποτελεί ανάσταση, Πάσχα Κυρίου, χαρά από την εν Χριστώ ενότητα. Ο σοφός και φωτισμένος Αρχιεπίσκοπος Νέας Ρώμης, ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ. κ. Βαρθολομαίος αναδείχθηκε ως νέος Μέγας Φώτιος των ημερών μας. Με την πατρική του μέριμνα και αγάπη για όλο το ποίμνιο, θεράπευσε την τελευταία μεγάλη πληγή της Ορθοδοξίας».
 
Τί πιστεύετε ότι πρέπει να γίνει από εδώ και μπρος;
«Είναι απαραίτητο όλοι να δρούμε με σοφία, ταπείνωση και ευρύτητα, στο πνεύμα της αγάπης και της εν Χριστώ ενότητας, μέχρι την τελική επίλυση τού καθεστώτος της Εκκλησίας μας, αλλά και των άλλων ανοιχτών ζητημάτων της Ορθοδοξίας, γενικά. Εν τούτοις, σε καμία περίπτωση δεν θέλουμε η Μητέρα Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, να παρακαμφθεί. Εμείς πιστεύουμε στην φώτισή του και ακριβώς από αυτό αναμένουμε την τελική λύση».
Ποιό είναι το κλίμα μεταξύ των πιστών;
«Γι’ αυτούς η είδηση από την Κωνσταντινούπολη ήταν πραγματικός ευαγγελισμός. Εξάλλου, εμείς στην ιστοσελίδα μας έτσι και γράψαμε: “Ευαγγελισμός από την Βασιλίδα των πόλεων”. Νομίζω ότι δεν υπήρχε ειλικρινή καρδιά που δεν συγκλονίστηκε από χαρά και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό και προς την Μητέρα Εκκλησία γι’ αυτή την ιστορική απόφαση με την οποία θεραπεύεται το 55χρονο σχίσμα και την απόλυτη απομόνωση της Εκκλησίας μας από όλες τις τοπικές ορθόδοξες Εκκλησίες».
 Πιστεύετε ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις από την πλευρά της Σερβίας ή  και άλλων Ορθοδόξων εκκλησιών; Και αν ναι, τι είδους;
«Μέχρι πρότινος, η Ορθόδοξος Εκκλησία Σερβίας ήταν αρκετά σκληρή όσον αφορά του ζητήματός μας και το περιφρονούσε. Αφού όμως το Οικουμενικό Πατριαρχείο έκανε μερικά βήματα και έστειλε μερικά γράμματα, για να αναγνωρίσει στο τέλος την ιεραρχία μας ως κανονική, η Εκκλησία Σερβίας πριν από δυο μέρες ανακοίνωσε ότι αποκαθιστά την λειτουργική και κανονική κοινωνία με την Αρχιεπισκοπή Αχρίδος, χωρίς να επισημάνει ότι αυτή την κοινωνία ήδη μας την χάρισε η Μητέρα Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ελπίζω ότι η σερβική πλευρά θα σεβαστεί την αρχαία πράξη, τους κανόνες και την παράδοση της Ορθοδοξίας και θα έχει τον οφειλόμενο σεβασμό προς το Πρωτόθρονο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εάν είναι έτσι, νομίζω πως θα είναι εποικοδομητική στον μετέπειτα διάλογο, που επίσης, μας τον εξασφάλισαν όλες οι μέχρι τώρα ενέργειες του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχη, ο οποίος καθοδηγούμενος από την μέριμνα και την αγάπη για την ενότητα του Χριστού, πολυτρόπως παρακινούσε τον διάλογο και την επίλυση αυτού του εκκλησιαστικού ζητήματος».
Η εκκλησία των Σκοπίων είναι μία σχετικά άγνωστη προς όλους τους Ορθοδόξους εκκλησία, εξαιτίας του Σχίσματος. Θα μπορούσατε να μας περιγράψετε την ανθρωπογεωγραφία της σε αριθμούς;
«Σύμφωνα με την πρόσφατη απογραφή του πληθυσμού της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας, γύρω στις 60% είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, που με αριθμούς είναι γύρω στους 1.100.000. Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, επίσης και από την ποιμαντική μας εμπειρία, φαίνεται ότι αρκετά μεγάλο μέρος από αυτούς είναι ενεργά μέλη, εκκλησιαζόμενοι πιστοί. Η Εκκλησία μας είναι χωρισμένη σε 12 επαρχίες, με 12 μητροπολίτες και τρεις βοηθούς επισκόπους. Ιδιαίτερη Θεία ευλογία για μας είναι ο καλά ανεπτυγμένος μοναχισμός και κλήρος. Η Αρχιεπισκοπή Αχρίδος έχει Σεμινάριο (σε επίπεδο γυμνασίου-λυκείου), Θεολογική σχολή και όλα τα απαραίτητα ιδρύματα για μια ομαλή λειτουργία μιας τοπικής Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Εκτιμάτε ότι θα τηρηθεί ο όρος «Αρχιεπισκοπή Αχρίδος» ή θα υπάρξουν άλλες φωνές, που ενδεχομένως να κυριαρχήσουν προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ο όρος «Μακεδονία»;
«Πρώτα απ’ όλα, θα ήθελα αμέσως να μαρτυρήσω και να ηρεμήσω τους αδελφούς μου αρχιερείς της Βορείου Ελλάδος, όπως και τον αδελφικό Ελληνικό λαό, ότι η Εκκλησία μας δεν είναι κάποια εθνικιστική ή εθνοφυλετιστική οργάνωση και απολύτως δεν έχει κάποιες αξιώσεις ή κρυμμένες προθέσεις για ανάμειξη στο κανονικό έδαφος της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος ή οποιασδήποτε άλλης τοπικής Εκκλησίας. Αντιθέτως, εμείς με τίποτα δεν θέλουμε να προσβάλλουμε τους ορθοδόξους αδελφούς μας της γείτονος χώρας και επιπλέον θα υπογραμμίσω ότι εμείς, ως Εκκλησία και λαός, έχουμε υψηλό σεβασμό προς την ορθόδοξη Ελλάδα, καθώς έχουμε πολλές πολιτισμικές και πνευματικές ομοιότητες με τον Ελληνικό λαό, ως κληρονόμοι του ιδίου ρωμαϊκού πολιτισμού. Επιπλέον, ως καρπός των προσωπικών φιλικών σχέσεων του κλήρου μας με τον ελληνικό κλήρο, μέχρι τώρα αρκετοί μαθητές και φοιτητές μας μορφώθηκαν στις θεολογικές σχολές της Ελλάδος, κάτι το οποίο φάνηκε ως πολύ χρήσιμο για την εκκλησιαστική ζωή σε μας.
Ως προς το θέμα της ονομασίας της τοπικής μας Ορθοδόξου Εκκλησίας, η γνώμη μου -για την οποία νομίζω να είναι σύμφωνη με την σωστή ορθόδοξη εκκλησιολογία- είναι ότι η “εθνικοποίηση” των εκκλησιών σε πανορθόδοξο επίπεδο, δηλαδή η σύσταση της Εκκλησίας σε καθαρά εθνική βάση, είναι εντελώς λανθασμένη, ίσως και αιρετική. Να μην ξεχάσουμε ότι ο εθνοφυλετισμός είναι καταδικασμένος ως αίρεση στην Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1872. Δεν είναι επιτρεπτό να υπάρχουν “εθνικές” ορθόδοξες εκκλησίες, καθώς η Εκκλησία είναι μία και ανήκει στον Χριστό, όχι σε διάφορες εθνικές οντότητες. Ναι, διοικητικά αυτή χωρίζεται σε τοπικές εκκλησίες, όμως όχι για να εξυπηρετεί τον εθνικισμό και τα επίγεια ενδιαφέροντα, αλλά για ποιμαντικούς λόγους, για ευκολότερη λειτουργία του ιεραποστολικού της έργου. Με αυτόν τον τρόπο, οι εξουσίες μιας τοπικής Εκκλησίας εκτείνονται μόνο εντός του συγκεκριμένου κράτους στο οποίο λειτουργεί η ιεραρχία της και δεν πρέπει να εισπηδά στην κανονική επικράτεια άλλης τοπικής Εκκλησίας. Ο εθνικός χαρακτηρισμός της Εκκλησίας στους Ορθοδόξους άρχισε στον εθνικορομαντισμό του 19ου αιώνα, υπό την επίδραση του Δυτικού προτεσταντισμού και, ως τέτοιος, αποτελεί σοβαρό λάθος και αιτία διχόνοιας και διαφονίας. Μια συγκεκριμένη τοπική εκκλησία είναι εκκλησία όλων των Ορθοδόξων στην συγκεκριμένη χώρα και όχι μόνο της πλειοψηφίας. Η Δημοκρατία της Βορείου Μακεδονίας, όπως και οι περισσότερες ορθόδοξες χώρες, είναι πολυεθνικό κράτος και η επίσημη Εκκλησία μας καλύπτει τις θρησκευτικές ανάγκες όλων των Ορθοδόξων που ζουν μέσα, ανεξάρτητα της εθνικότητάς τους. Ακολούθως, πιστεύω ακράδαντα ότι οι τοπικές Εκκλησίες πρέπει να ονομάζονται βάσει της ιστορικής έδρας των ιεραρχιών τους και, εφ’ όσον είναι αναγκαίο, έτσι ώστε να οριστεί η δικαιοδοσία, να προστίθεται και το όνομα του κράτους όπου δρα η συγκεκριμένη ιεραρχία. Η τοπική Εκκλησία μας έχει το αρχαίο ιστορικό και εκκλησιολογικά σωστό όνομα Αρχιεπισκοπή Αχρίδος, και αυτό το όνομα κατοπτρίζει την συνέχεια του εκκλησιαστικού βίου στο έδαφός μας. Αυτό είναι σύμφυτο στην ψυχή κάθε ορθοδόξου κατοίκου της Βορείου Μακεδονίας και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ομαδικής μνήμης και του ιστορικού συναισθήματος του λαού μας».
Τί ήταν αυτό που δεν επέτρεπε να δοθεί λύση τα τελευταία 60 χρόνια;
«Νομίζω πως ήταν ένα δυσάρεστο σύνολο περιστάσεων, το οποίο στο μεγαλύτερο μέρος αποτελούνταν από την λανθασμένη πολιτική, δυσπιστία και τις προκαταλήψεις».
Πόσο κοντά έφερε αυτή την λύση η “Συμφωνία των Πρεσπών” και το ενδεχόμενο άλωσης των Βαλκανίων από ξένες προς αυτά δυνάμεις;

«Σύντομα μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, για ένα ελληνικό τηλεοπτικό κανάλι δήλωσα ότι εγώ δεν είμαι πολιτικός και δεν μπορώ να ερμηνεύσω την Συμφωνία από πολιτική όψη, αλλά ότι ειλικρινά ελπίζω πως αυτή θα ανοίξει προοπτικές για ακόμα περισσότερο να πλησιαστούν ο ένας με τον άλλον οι αδελφικοί μας ορθόδοξοι λαοί. Νομίζω πως ο χρόνος το επιβεβαιώνει αυτό. Εν τούτοις, μεταξύ μας δεν υφίσταται εχθρότητα, εκτός από αυτά που επιβάλλονται από τις προκαταλήψεις και την προπαγάνδα. Στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο αμοιβαίος σεβασμός και συνεργασία. Οι λαοί μας έχουν ιδιαίτερη εγγύτητα και πολλά κοινά γνωρίσματα και ενδιαφέροντα. Σε γενικό επίπεδο έχουν άψογη συνεργασία, η οποία υπάρχει και σε εκκλησιαστικό επίπεδο. Είναι πασίγνωστο ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο και η Εκκλησία Ελλάδος κρατούν την γλώσσα των εκκλησιαστικών Πατέρων, κάτι το οποίο είναι από ουσιαστική σημασία για τα ορθόδοξα δόγματα. Χωρίς την γνώση της Ελληνικής, στην οποία έγραφαν οι Άγιοι Πατέρες μας, δεν υπάρχει ολοκληρωμένη και σωστή ορθόδοξη θεολογία. Γι’ αυτό εμείς είμαστε ευγνώμονες στην Μητέρα Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και στην Εκκλησία Ελλάδος που αρκετές φορές μέχρι τώρα βοήθησαν για το χριστιανικό φωτισμό του λαού μας».