Κατάργηση φοροαπαλλαγών και αύξηση της εισπραξιμότητας του ΦΠΑ συστήνει ο ΟΟΣΑ στην έκθεση του για την Ελλάδα στην οποία εκτιμά ότι εφέτος η ανάπτυξη θα ανέλθει στο 2% (χαμηλότερα δηλαδή από την πρόβλεψη του υπουργείου Οικονομικών για ανάπτυξη 2,3%).

Όπως αναφέρεται στην έκθεση ενώ οι φορολογικοί συντελεστές είναι υψηλοί, η απόδοση των φόρων είναι περιορισμένη ειδικά στο πεδίο του ΦΠΑ. Μάλιστα η Ελλάδα κατατάσσεται στην τρίτη θέση από το τέλος σε εισπραξιμότητα, μετά το Μεξικό και την Ιταλία.

Υπολογίζεται δε πως η κατάργηση των φοροαπαλλαγών και η αύξηση της εισπραξιμότητας του ΦΠΑ στο 90% του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ θα μπορούσε να αποφέρει έσοδα 0,8% του ΑΕΠ σε ετήσια βάση. Περί τα 1,65 δις ευρώ με τα παρόντα επίπεδα του ελληνικού ΑΕΠ.

Για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και την επίπτωση τους στην οικονομική ανάπτυξη ο ΟΟΣΑ υπολογίζει πως αν υλοποιηθούν οι μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο (οι ήδη θεσμοθετημένες και αυτές που έχουν εξαγγελθεί), τότε θα έχουμε μεγαλύτερη αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 15% έως το 2060. Αν υπάρξουν πρόσθετες μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο, τότε η πρόσθετη αύξηση του ΑΕΠ θα είναι 25%.

Αν, τώρα, εφαρμοστεί η αύξηση του πραγματικού ορίου συνταξιοδότησης κατά τρία έτη (έχει δρομολογηθεί) θα δώσει επιπλέον αύξηση στο ΑΕΠ κατά 7,5%

Στις μακροοικονομικές προβλέψεις ο ΟΟΣΑ βλέπει εφέτος ανάπτυξη στο 2% και στο 2,3% το 2019 με αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 0,4% και 1,5% και της δημόσιας κατά 0,7% και 1,5%, αντίστοιχα.

Το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί φέτος στο 4% του ΑΕΠ και στο 3,6% το 2019 με το δημόσιο χρέος σε πτωτική τροχιά (από το 172,5% του ΑΕΠ το 2018 στο 168,3% το 2020)

Τέλος στους καθοδικούς κινδύνους για τις προβλέψεις του ο Οργανισμός περιλαμβάνει πιθανή μεταρρυθμιστική κόπωση η οποία θα ήταν ικανή να οδηγήσει σε μικρότερη ανάπτυξη, επιβάρυνση του χρέους και πολιτική αβεβαιότητα.

Κομισιόν: Καμπανάκι για συντάξεις, ολοκληρώστε τη μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού

Το 18,2% των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας (ηλικίας 65 ετών και άνω) στην ΕΕ, δηλαδή περίπου 17,3 εκατομμύρια άνθρωποι, εξακολουθεί να διατρέχει τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού. Αυτό προκύπτει από την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2018 για την επάρκεια των συντάξεων στην ΕΕ , που δόθηκε στη δημοσιότητα.

Η έκθεση της Επιτροπής αναλύει τον τρόπο με τον οποίο οι τρέχουσες και οι μελλοντικές συντάξεις βοηθούν στην πρόληψη της φτώχειας των ηλικιωμένων και στη διατήρηση του εισοδήματος ανδρών και γυναικών, καθ’ όλη τη διάρκεια της συνταξιοδότησής τους.

Για την Ελλάδα, όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ, τονίζεται ότι «είναι επιτακτική ανάγκη να υλοποιηθεί πλήρως η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού του 2016 και να εγγυάται αξιοπρεπές επίπεδο παροχών υπό τους περιορισμούς που δημιουργεί το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης, μαζί με το επίπεδο των πρωτογενών πλεονασμάτων του προϋπολογισμού».

Σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών της ΕΕ

Στην έκθεση επισημαίνεται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών της ΕΕ και πληθυσμιακών ομάδων.

Για παράδειγμα, οι συντάξεις των γυναικών είναι κατά 37 % χαμηλότερες απ’ ό,τι των ανδρών, λόγω των χαμηλότερων μισθών και του μικρότερου εργασιακού βίου που συνδέεται με ευθύνες φροντίδας.

Ομοίως, τα άτομα με άτυπη απασχόληση ή αυτοαπασχόληση συχνά αντιμετωπίζουν λιγότερο ευνοϊκούς όρους για την πρόσβαση και τη θεμελίωση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε σχέση με τα άτομα με τυπική απασχόληση.

Σύφμωνα με την έκθεση ο κίνδυνος της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού στην τρίτη ηλικία αυξάνεται, επίσης, με την ηλικία. Πάνω από τα μισά άτομα που διατρέχουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην ΕΕ είναι ηλικίας 75 ετών και άνω.

Ελλάδα: Ζητούμενο η επάρκεια των συντάξεων

Σε ότι αφορά την Ελλάδα υπογραμμίζεται ότι η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του 2016 θεωρείται η πιο κρίσιμη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος της χώρας από καταβολής του.

Σύμφωνα με την έκθεση, κύριο μέλημα του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος είναι διασφάλιση της βιωσιμότητάς του, δεδομένου ότι η χώρα παρουσιάζει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά γηράσκοντος πληθυσμού στην ΕΕ, καθώς και πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας.

Μεταξύ των βασικών ζητημάτων που αφορούν τη βιωσιμότητα του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος είναι να εξασφαλιστεί η επάρκεια των συντάξεων.

«Από την άποψη αυτή, είναι επιτακτική ανάγκη να υλοποιηθεί πλήρως η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού του 2016 και να εγγυάται ένα αξιοπρεπές επίπεδο παροχών υπό τους περιορισμούς που δημιουργεί το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης, μαζί με το επίπεδο των πρωτογενών πλεονασμάτων του προϋπολογισμού» αναφέρει η έκθεση της Επιτροπής.

Επιπλέον, οι προσπάθειες πρέπει να επικεντρωθούν στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων προκλήσεων που συνδέονται με τη συνταξιοδότηση, όπως: οικονομική ύφεση, υψηλή ανεργία, μη κανονική απασχόληση, αδήλωτη εργασία και φοροδιαφυγή.

Ασπίδα προστασία από τη φτώχεια ακόμη και οι κουτσουρεμένες ελληνικές συντάξεις
Εξάλλου, επισημαίνεται ότι παρά τις διαδοχικές περικοπές που επιβλήθηκαν κατά την περίοδο 2010-2016, οι συντάξεις στην Ελλάδα διαδραμάτισαν ζωτικό ρόλο στην πρόληψη της φτώχειας των ηλικιωμένων.

Το ποσοστό της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού των ατόμων ηλικίας 65 ετών μειώθηκε κατά 6,1 ποσοστιαίες μονάδες, ήτοι από 28,1% το 2008 σε 22% το 2016 (έναντι 35,6% του συνολικού πληθυσμού 2016).

Το ποσοστό φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ατόμων ηλικίας 65+ ήταν 12,4% το 2016, πολύ χαμηλότερο από ό,τι για τον πληθυσμό ηλικίας κάτω των 65 ετών (23,5%). Αυτό σημαίνει ότι το εισόδημα από τις συντάξεις είναι κατά πολύ πιο κατάλληλο από το εισόδημα του υπόλοιπου πληθυσμού, επισημαίνει η έκθεση.

Το χάσμα των φύλων στα συνταξιοδοτικά εισοδήματα για άτομα ηλικίας 65-79 ετών ήταν 28,39% στην Ελλάδα το 2016, δηλαδή μικρότερο από το χάσμα που ισχύει κατά μέσο όρο στις χώρες της ΕΕ και μικρότερο σε σχέση με το 2008 κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες.

Οι γυναίκες εξακολουθούν να έχουν μικρότερη πρόσβαση στο συνταξιοδοτικό σύστημα από τους άνδρες. Οι γυναίκες στην Ελλάδα συνεχίζουν να παρουσιάζουν, γενικά, χαμηλά ποσοστά απασχόλησης και σύντομη επαγγελματική σταδιοδρομία, γεγονός που με τη σειρά τους οδηγεί σε σύντομες περιόδους συνεισφοράς και συνεπώς σε αδυναμία εκπλήρωσης των όρων σύνταξης.