Για παράδειγμα, πολλά αγαθά και υπηρεσίες παρέχονται με την υπόσχεση αποπληρωμής τους σε μεταγενέστερη χρονική περίοδο.
Οι αποταμιεύσεις και οι επενδύσεις γίνονται με την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση ή οι τράπεζες δεν θα «κατάσχουν» αργότερα με διάφορους τρόπους τους καρπούς τους.
Πολλές φορές, το αποτέλεσμα μιας συμφωνίας που γίνεται σήμερα εξαρτάται από την προσπάθεια που θα κάνουν οι συμβαλλόμενοι αργότερα, κ.ο.κ.
Μόνο αν υπάρχει εμπιστοσύνη, οι οικονομικοί φορείς θα προχωρήσουν σε επενδύσεις σε φυσικό κεφάλαιο, σε ανθρώπινο κεφάλαιο και σε καινοτομία, που με τη σειρά τους δημιουργούν ανάπτυξη. Ολες οι προηγμένες μεταπολεμικές οικονομίες χαρακτηρίζονται από υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης.
Με άλλα λόγια, υπήρξε ραγδαία απώλεια κοινωνικής εμπιστοσύνης. Επιπρόσθετα, η αμφισβήτηση αυτή «γέννησε» νέους ηγέτες και νέα πολιτικά κόμματα, πολλά εκ των οποίων εκμεταλλεύθηκαν, αλλά και τροφοδότησαν τα ίδια, την προαναφερθείσα απώλεια εμπιστοσύνης.
Δύο νέα χαρακτηριστικά σήμερα είναι η οικονομική του λαϊκισμού (που σημαίνει αδυναμία σύλληψης της σύνθετης οικονομικής πραγματικότητας είτε από άγνοια είτε από συνειδητή επιλογή) και η τεχνητή πόλωση (που σημαίνει τη δημιουργία ενός κλίματος αντιπαλότητας μεταξύ δύο ασαφώς ορισμένων ομάδων, των «προνομιούχων» και του «λαού»). Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα ανά τον κόσμο, σίγουρα και στη χώρα μας.
Αλλά η εμπιστοσύνη δεν αποκτάται με αποσπασματικές δηλώσεις και αντικρουόμενα μέτρα. Ούτε αποκτάται με σιωπηρές εγγυήσεις από τους δανειστές που θέλουν και αυτοί, με τη σειρά τους, να αποδείξουν ότι η πολιτική τους πέτυχε. Αντίθετα, αποκτάται με κόπο και χρόνο. Και δυστυχώς, όταν την έχεις χάσει, απαιτείται πολύς χρόνος και προσπάθεια.
Ενα κλασικό παράδειγμα είναι η Αργεντινή των δεκαετιών του 1980 και του 1990, όπου ο φόβος για νέα άρνηση πληρωμών και νέων κατασχέσεων παρέμεινε για πολλά χρόνια, υπονομεύοντας τις προοπτικές της οικονομίας για ουσιαστική ανάπτυξη, ακόμη κι όταν η χώρα θέλησε να επιστρέψει στην ομαλότητα.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ