Το café-bar The Clumsies (Οι αδέξιοι) άνοιξε πριν από μερικούς μήνες στο εμπορικό κέντρο της Αθήνας, εκεί όπου παλιά βρισκόταν το μαγειρείο Δωρίς (Πραξιτέλους 30). Οπως πληροφορηθήκαμε, πίσω από τα ποτά, το φαγητό και το ντεκόρ του συνωστίζονται πολλές επιτυχημένες υπογραφές – αφήστε που η Τόνικ από την πρώτη στιγμή ένιωσε απόλυτη ταύτιση με τον τίτλο. Ετσι, ένα καθημερινό ήσυχο βράδυ του Αυγούστου κατηφορίσαμε προς τα εκεί.

Το all day café-bar είναι οργανωμένο σε διάφορα επίπεδα: ένα μικρό αίθριο, μια τραπεζαρία με ένα μεταμοντέρνο μοναστηριακού τύπου τραπέζι, ένας εξώστης με έναν δερμάτινο διθέσιο καναπέ και τραπεζάκι για αφ’ υψηλού απομόνωση ή διακριτικά τετ-α-τετ, και η κεντρική σάλα που βλέπει στον δρόμο με την μπάρα να δεσπόζει στον έναν τοίχο. Ο συνδυασμός των υλικών (ξύλο, σίδερο, μπετόν), των λιτών αλλά άνετων επίπλων και των χρωμάτων δημιουργεί μια ζεστασιά σε όλους τους χώρους, εμείς όμως προτιμήσαμε αυτόν του μπαρ και καθήσαμε σε ένα τραπέζι στη γωνία.

Ο κατάλογος αποδείχθηκε κάτι παραπάνω από πλούσιος, γεμάτος απλές αλλά και πιο ιδιαίτερες προτάσεις, έως και home labels (εντελώς δικές τους δημιουργίες δηλαδή). Επιλέξαμε την «dégustation» των τριών μισής μερίδας κοκτέιλ στη μισή τιμή (€15) γιατί ήταν κάτι που δεν το είχαμε ξανακάνει (κοκτέιλ από €8, ποτά από €7, κρασιά από €5, μπίρες από €4 το μισό pint). Μας έφεραν ένα δροσερό Celtic Forest (Johnnie Walker Gold Label, βασιλικός, θυμάρι, μέλι και πράσινη Chartreuse), ένα διαυγές Clear Soup (τεκίλα Don Julio blanco, Asparagus Small Beer, eau de vie αχλάδι, βερμούτ Carpano Dry) και ένα επίσης διάφανο Seasonal Daiquiri (Crafted Strawberry Rum, λάιμ και φράουλα) και μας σύστησαν να τα δοκιμάσουμε με αυτή τη σειρά. Ηταν όλα εξαιρετικά. Απολύτως ικανοποιητικά ήταν τα απλά ποτά και οι μπίρες της υπόλοιπης παρέας, που συνοδεύτηκαν από πολύ μεγαλύτερα από το συνηθισμένο μπολ με ξηρούς καρπούς. Πολύ καλές επίσης οι rock-soul-funky μουσικές επιλογές της dj, μόνο που η απόδοση του ήχου δεν τις κολάκευε όσο θα έπρεπε: ειδικά στον χώρο του μπαρ (όπου και η ένταση είναι πιο ανεβασμένη) χρειάζονται λίγο περισσότερα μπάσα γιατί μερικές φορές το άκουσμα γίνεται έως και δυσάρεστο.

Συμπέρασμα:
Θα ξαναπάμε στο The Clumsies, ιδιαίτερα τώρα που σιγά σιγά φθινοπωριάζει, ενδεχομένως και για να το γνωρίσουμε σε άλλες ώρες της ημέρας. Νομίζουμε όμως ότι οι επισκέψεις – και όχι μόνο οι δικές μας – θα ήταν συχνότερες αν οι φιλικές τιμές αφορούσαν περισσότερα ποτά και πιάτα.