Η συνάντηση ορίζεται στο σπίτι του, στο Μετς, «νωρίς το απόγιομα». Φεβρουάριος παγωμένος, οι βιαστικές, όπως πάντα, αμυγδαλιές έχουν ανθίσει ενώ ένα επίμονο χιονόνερο με κάνει να τρέχω κουκουλωμένη και φορτωμένη με μαγνητοφωνάκι, κασέτες, μπλοκ, δίσκους. Η σιδερένια πόρτα ευτυχώς ανοίγει αμέσως. «Νόμιζα ότι δεν θα ‘ρθετε μ’ αυτόν τον παλιόκαιρο, θέλεις ένα τσάι;». Μπερδεύεται ο πληθυντικός της απόστασης με τον ενικό της ρεθυμνιώτικης φιλοξενίας.
Με την πρώτη ματιά καταλαβαίνεις ότι ο κάτοικος της μικρής μονοκατοικίας έχει ένα μεγάλο πάθος και αυτό είναι η μουσική. Παρτιτούρες, άγραφα πεντάγραμμα, μολύβια καλά ξυσμένα, γόμα, μαγνητόφωνο, πιάνο, κασέτες, ένα τραπέζι, δυο-τρεις καρέκλες και μια σόμπα πετρελαίου. Δεν χρειάζεται τίποτε άλλο, όλα τα άλλα είναι εσωτερική υπόθεση. Είναι ένας χείμαρρος, που όσο πιο πολύ τον παρασύρει η κουβέντα, τόσο γίνεται ορμητικό ποτάμι. Παθιάζεται, σου δίνει την αίσθηση ότι έχεις απέναντί σου έναν ήρωά του, τον Μιχαλιό, τον Ερωτόκριτο ή τον Μπολίβαρ.
Οταν αναφέρεται στα έργα του, θαρρείς ότι μιλάει για αγαπημένο παιδί· πάντα ο τίτλος δένεται με ένα «μου». Δεν είναι, πιστεύω, τόσο κτητικό όσο η έκφραση του κόπου, της αγωνίας, της μελέτης για να γεννηθεί η μουσική που τον αντιπροσωπεύει, το έργο που υπογράφει έπειτα από πολύ παίδεμα και που του δίνει την ικανοποίηση της διεθνούς αναγνώρισης και επιβράβευσης.
Αλλά ο Νίκος Μαμαγκάκης δεν «μιλεί» με λόγια, η μουσική κυριαρχεί στη ζωή του, την υπερασπίζεται και τον υπερασπίζει. Τις ώρες που δεν γράφει, ακούει μουσική, η τέλεια απόλαυση, η ευδαιμονία ολοκληρώνεται με ένα ποτήρι από την πιο καλή ρακή, που του την έστειλε ο σύντεκνος.
Ηθελα να ρωτήσω, κύριε Μαμαγκάκη, τι σας εμπνέει γενικά, ο στίχος ή κάποια ιστορικά γεγονότα; Το λέω αυτό γιατί έχετε γράψει τους «Αγωνιστές της Λευτεριάς», αφιερωμένο στους ήρωες του ’21, αλλά και στον Μπολίβαρ, που και αυτός ήταν λαοπρόβλητος αγωνιστής. Τι είναι αυτό που σας ερεθίζει, που σας κάνει να γράφετε μουσική;
«Αυτό δεν είναι ένα πράγμα, αυτό είναι πολλά πράγματα μαζί. Πραγματικά είναι αστάθμητα αυτά όλα τα πράγματα. Γιατί γράφεις γι’ αυτό και δεν γράφεις για εκείνο ή γιατί αυτός γράφει καλά και ο άλλος δεν γράφει ή από τι επηρεάζεται κανείς. Ενα παράδειγμα είναι ότι τον έρωτα τον έζησε ο Καζανόβας, αλλά τον τραγούδησε ο Σαίξπηρ. Θέλω να πω ότι είναι μυστήριες οι κατεργασίες αυτές της δημιουργίας».
Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι ασχοληθήκατε σχεδόν αποκλειστικά με έργα κρητών λογοτεχνών, όπως ο Γεώργιος Χορτάτζης, ο Βιτσέντζος Κορνάρος, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Παντελής Πρεβελάκης. Αισθάνεστε πιο κοντά επειδή είστε και εσείς Κρητικός;
«Αν πάρετε αριθμητικά και συγκρίνετε τα έργα μου, θα δείτε ότι τα κρητικά είναι τα ελάχιστα. Το άλλο έργο μου είναι που υπερτερεί σε ποσότητα. Οσον αφορά τα κρητικά, εγώ Κρητικός είμαι, δεν μπορούσα να μην ασχοληθώ. Και δεν μπορούσα να μην ασχοληθώ με τον Κορνάρο και με τον Χορτάτζη, που είναι οι μέγιστοι των ποιητών».
«Δεν μ’ αρέσει αυτός ο λεβεντοκρητισμός»

Νιώθετε Κρητικός σε κάθε σας στιγμή;
«Νιώθω βαθιά Κρητικός, παρ’ όλο που δεν μ’ αρέσει αυτός ο λεβεντοκρητισμός. Οταν πηγαίνω στην Κρήτη, παθαίνω περίεργα πράγματα. Αν και έχω κακές αναμνήσεις, επειδή ήμουν παιδί και έζησα πολύ άσχημα την Κατοχή εκεί. Παρ’ όλα αυτά η Κρήτη για μένα είναι μεγάλο πράγμα, χωρίς να συλλογίζομαι ότι είναι και μοναδικό. Είμαστε Κρητικοί, ξέρεις, χωρίς αυτά τα υπερφίαλα λεβεντοκρητικά, αυτά δεν τα θέλω, δεν μ’ αρέσουν καθόλου».
Για σας λειτουργεί κάπως αλλιώς η Κρήτη;
«Δεν αρνούμαι ότι, όταν διαβάζω για την Κρήτη ηρωισμούς ή μεγάλα νταηλίκια, μ’ αρέσει πολύ και επηρεάζομαι και θαυμάζω. Αλλά μέχρι ένα σημείο αυτό είναι περισσότερο ένα είδος παιδισμού, που είναι κατάλοιπο μέσα μας. Ομως αυτού του είδους το υπερφίαλο λεβεντιλίκι έφερε ζημιές και δεινά σε πολλά πράγματα και σε πολλούς ανθρώπους στην Κρήτη».
Εχετε την ψυχραιμία να το δείτε;
«Διαβάζεις την Ιστορία και βλέπεις φοβερά πράγματα. Σκοτώνανε ανθρώπους έτσι, για το θεαθήναι. Υπήρχε ένα φοβερό πάθος στην Κρήτη. Υπάρχει μια σκηνή σε ένα πανηγύρι που χορεύει κάποιος και είναι πολύ όμορφος και λένε κάποιοι Σφακιανοί: “Να τον σκοτώσουμε, μωρέ” και τον σκοτώνουν, επειδή είναι όμορφος. Είναι φοβερά πράγματα. Αυτά δεν τα βρίσκεις πουθενά».
Ενα πάθος που λειτουργεί σε πολλές μορφές και σε πολλά επίπεδα.
«Εγώ ασχολήθηκα με το θέμα των κρητών ποιητών, προπάντων του Κορνάρου και του Χορτάτζη. Εκαμα την όπερά μου, τον “Ερωτόκριτο”, που παίχτηκε στη Ρωμαϊκή Αγορά και στην Κρήτη με μια τρομακτική επιτυχία. Είχαμε χιλιάδες κόσμο στην Αγορά και τη γιομίσανε δύο φορές, που δεν γιόμιζε ούτε με μπουζούκια. Είχε γιομίσει η αγορά. Οταν λέμε χιλιάδες, εννοούμε χιλιάδες. Φουλ, βγάζανε έξω τον κόσμο. Εγώ παρ’ όλα αυτά τον ξαναεπεξεργάζομαι τον “Ερωτόκριτο” αυτή τη στιγμή για πολλοστή φορά, ίσως για δέκατη».
Χωρίς να σας κουράζει; Βρίσκετε καινούργια στοιχεία που πρέπει να ενταχθούν;
«Χωρίς να με κουράζει, αντίθετα, μου δίνει μεγάλη χαρά. Γιατί συνέχεια βρίσκω πράγματα και αυτή είναι μια από τις μεγαλύτερες ικανοποιήσεις που υπάρχουν. Το να βρίσκεις συνέχεια πράγματα σε κάτι που θεωρείς ήδη ότι έχει τελειώσει».
«Μια όπερα μου έφαγε 13 μήνες δεκαεξάωρα»

Κύριε Μαμαγκάκη, τα έργα σας τα αφήνετε δύσκολα από τα χέρια σας; Τα πολυδουλεύετε, δηλαδή;

«Ναι, τα δουλεύω πολύ, πάρα πολύ, αν και για κανένα έργο δεν νομίζω ότι έχω δουλέψει αρκετά».
Το περιμένατε ότι ο κόσμος θα δεχθεί τον «Ερωτόκριτό» σας έτσι ή σας ξένισε;
«Οχι, βέβαια, δεν το περίμενα. Και δεν το περίμενα γιατί είχα μια αποτυχία με την “Οδύσσειά” μου από την προηγούμενη χρονιά. Γι’ αυτό όρμηξα στον “Ερωτόκριτο”. Εκεί πραγματικά χάρηκα τον εαυτό μου, γιατί από μια αποτυχία όρμηξα και έκανα μια όπερα που μου έφαγε 13 μήνες δεκαεξάωρα».
Οταν παθιάζεστε για τη μουσική σας, πράγμα που φαίνεται βέβαια καθαρά, έτσι κάνετε; Χτυπάτε δεκαεξάωρα;
«Ναι, δεν υπάρχει άλλη λύση για τη δουλειά αυτή. Ο Ιγκόρ Στραβίνσκι, το τέρας του 20ού αιώνα, για μένα ο μεγαλύτερος συνθέτης του αιώνα, έλεγε: “Προοριζόμουν για δικηγόρος, δεν έγινα δικηγόρος, έγινα συνθέτης. Οφειλα να δουλεύω οκτώ ώρες ως δικηγόρος. Δουλεύω ως συνθέτης οκτώ ώρες”. Αυτό βέβαια δεν το τηρούσε, γιατί παρασυρόταν και δούλευε… Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τη δική μας δουλειά. Δεν γίνεται αλλιώς, πάει, τελείωσε. Βέβαια μέχρι να χωθείς μέσα στα δεκαεξάωρα είναι μια δύσκολη κατεργασία, πρέπει να περάσεις μια μεγάλη διαδικασία για να μπορέσεις να μπεις. Γιατί τι θα μπεις να κάμεις δεκαέξι ώρες άμα δεν έχεις ένα πράγμα να το δουλεύεις, άμα δεν έχεις βρει ένα μετάλλευμα να το βγάζεις; Τι θα βγάζεις, χώμα;».

Η κυρία Λόλα Νταϊφά είναι σύμβουλος επικοινωνίας. Η συνέντευξη είναι μέρος μιας μεγάλης συζήτησης με τον Νίκο Μαμαγκάκη, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο της «Μουσικοί διάλογοι» (εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες).

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ