Να ξετρυπώσουμε το μέλλον!

Στις 10 Δεκεμβρίου 2012 οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ενώσεως παρέλαβαν το Βραβείο Νόμπελ ειρήνης. Λίγες ημέρες πριν, στις 30 Νοεμβρίου, βρισκόμουν στις Βρυξέλλες ανταποκρινόμενος σε πρόσκλησι του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κ. Χέρμαν Βαν Ρομπέι.

Στις 10 Δεκεμβρίου 2012 οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ενώσεως παρέλαβαν το Βραβείο Νόμπελ ειρήνης. Λίγες ημέρες πριν, στις 30 Νοεμβρίου, βρισκόμουν στις Βρυξέλλες ανταποκρινόμενος σε πρόσκλησι του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κ. Χέρμαν Βαν Ρομπέι. Επρόκειτο να συμμετάσχω σε άτυπη συνάντησι με τρεις άλλους καλεσμένους του προέδρου: τη βρεττανίδα μυθιστοριογράφο Αντώνια Μπάιατ, τον γάλλο καθηγητή Φιλοσοφίας στην Σορβόννη και στο Μόναχο Ρεμί Μπραγκ και τον γερμανό διανοητή Πέτερ Σλότερντικ, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Καρλσρούης. Συντόνιζαν την συζήτησι ο βέλγος καθηγητής οικονομικής και κοινωνικής ηθικής στο πανεπιστήμιο της Λουβαίν Φιλίπ Βαν Πάριζ και ο διευθυντής του προεδρικού γραφείου, ολλανδός ιστορικός της πολιτικής φιλοσοφίας Λούουκ Βαν Μιντελάαρ.
Σκοπός της συναντήσεως ήταν να ανταλλάξωμε απόψεις, κατ’ αρχήν μεταξύ μας και εν συνεχεία με τον πρόεδρο Βαν Ρομπέι, για το ζήτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητος γενικά και για επί μέρους πτυχές του: Υπάρχει μια συλλογική ευρωπαϊκή ταυτότητα; Αν ναι, υπό ποίαν έννοια, από πότε και σε ποια βάσι; Αν όχι, υπό ποιαν έννοια και γιατί; Ειδικώτερα, πώς έχει επηρεάσει ο εκσυγχρονισμός των ευρωπαϊκών κοινωνιών τις συλλογικές ταυτότητες στην Ευρώπη και σε τι ευνοεί την δυνητική ανάδυσι ή ενδυνάμωσι της ευρωπαϊκής ταυτότητος; Είναι σημαντικό ένα αίσθημα κοινής ταυτότητος; Μπορεί, πρέπει να συνεργασθή με άλλες συλλογικές ταυτότητες –εθνικές, υποεθνικές, γλωσσικές, ενδοηπειρωτικές (σκανδιναβική, σλαβική, νοτιοευρωπαϊκή κ.λπ.); Τι θα μπορούσαμε να συναγάγωμε από τα προηγούμενα για το πολιτικό μέλλον της Ευρώπης;
Η συζήτησι διεξήχθη χαλαρά και φιλικά, κάτι που ενεθάρρυνε άλλωστε ο άτυπος χαρακτήρας της. Ηταν ελεύθερη και εποικοδομητική διασταύρωσι αντιλήψεων, όχι εν όψει κάποιου τελικού συμπεράσματος αλλά εμπλουτισμού του αναπτυσσόμενου προβληματισμού.
Ολοι κατανοούσαμε την ανάγκη περαιτέρω ενοποιήσεως, χωρίς να παραβλέπωμε τις εγγενείς δυσχέρειες και το χρονοβόρο της προοπτικής. Η οικονομική διάστασι του ευρωπαϊκού οικοδομήματος είναι θεμελιώδης, όμως εφ’ όσον τίθεται ζήτημα ενιαίας Ευρώπης τα θέματα της ταυτότητος ανακύπτουν επίμονα και απαιτούν να σκεφθούμε σοβαρά την πολιτισμική του παράμετρο.
Η Αντώνια Μπάιατ κατέθετε τα βιώματά της από μια Ευρώπη όπου οι νέοι άλλοτε συμβαδίζουν και άλλοτε κομπιάζουν. Ο Ρεμί Μπραγκ υπογράμμιζε πόσο κρίσιμο είναι να μην αφήσουμε το μέλλον μόνο του από αδιαφορία για το ιστορικό παρελθόν. Ο Πέτερ Σλότερντικ τόνιζε ότι τα σύνορα δεν χωρίζουν μόνο αλλά και ενώνουν, παρατηρούσε ότι η ευρωπαϊκή ταυτότης προϋποθέτει σιωπηρά πως οι πολίτες της Ενώσεως θα πρέπη να την νοιώθουν σαν «πατρίδα» τους, υπενθύμιζε δε τους κινδύνους πολεμικών περιπετειών που απομακρύνει η ευρωπαϊκή ενοποίησι. Ο υποφαινόμενος, πάλι, επέμενε στις διαφορές οι οποίες χωρίζουν τους επί μέρους εθνικούς πολιτισμούς –τις «κουλτούρες» που λέμε –από το υπερεθνικό αξιακό σύστημα του ευρωπαϊκού πολιτισμού και υποστήριζε ότι μόνο μια συνθετική πολιτική λύσι θα έδινε διέξοδο στις τριβές των εθνικών ιδιοπροσωπιών, που δεν βρίσκουν ακόμη έκφρασι στην μία κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Κοινή αίσθησι της συντροφιάς ήταν ότι πίσω από την δυσκολία των ευρωπαίων πολιτών να νοιώσουν την Ενωσι σαν πατρίδα τους κρύβεται η ιστορική πραγματικότητα των επί μέρους εθνικών ταυτοτήτων. Μπορεί οι Γερμανοί και οι Γάλλοι να μοιράζωνται κοινό πολιτισμό, όμως οι κουλτούρες τους διαφέρουν. Οπως διαφέρουν εν πολλοίς οι τρόποι των κοινωνιών του ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου. Εν προκειμένω όλοι ανεγνώριζαν στο θρησκευτικό υπόστρωμα αυτών των κοινωνιών κάτι καθοριστικό: Η ορθόδοξη Ελλάδα, όπως και οι παλαιοκαθολικές Νότιος Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, παραπέμπουν σε προνεωτερικά μορφώματα· προπύργια του εκσυγχρονισμένου καθολικισμού, όπως η Γαλλία είτε η Βαυαρία, έχουν δεχθεί έντονη επίδρασι του προτεσταντισμού, ενώ κατ’ εξοχήν προτεσταντικές χώρες σαν τη Γερμανία και την Ολλανδία αντιμετωπίζουν τα προβλήματα της δημοσιονομικής πειθαρχίας και απειθαρχίας με τρόπο άτεγκτο και τιμωρητικό.
Δράττομαι της ευκαιρίας να δώσω εδώ επεξηγηματική προέκτασι στην τοποθέτησί μου. Διότι για να κατορθώσουμε την ευρωπαϊκή ταυτότητα πρέπει να ξεπερασθούν οι πολιτισμικές εντάσεις μεταξύ των κρατών-μελών, εντάσεις των οποίων η διαχείρισι επιτάσσει εντελέστερη πνευματική εμβάθυνσι και στέρεη πολιτική λύσι. Η θεωρητική πλευρά της λύσεως θα πρέπη να αφήση πίσω της την τρέχουσα εξομοίωσι πολιτισμού και κουλτούρας, για να διακρίνη τις δύο έννοιες αποφασιστικά. Εφ’ όσον οι δύο έννοιες συγχέονται, προκύπτει πειστικά το σχήμα της «συγκρούσεως των πολιτισμών» και ο μεταξύ τους πόλεμος γίνεται αναπόφευκτος. Αντίθετα η σταθερή τους διάκρισι ενθαρρύνει την αμοιβαία τους κατανόησι και ειρηνική συνύπαρξι. Η πρακτική πολιτική αντιμετώπισι πρέπει να διαθέτη μια ευελιξία ικανή να δίνη θετική έκφρασι στην συνεχή αναμέτρησι του συναισθηματικού στοιχείου και του λογικού, επιτρέποντας στα υποκείμενα να δεχθούν το διαφορετικό ως μη αντίθετο και συγχρόνως να κρατούν στην προσπάθεια της συνθέσεως την αλήθεια ανοιχτή στην δυνατότητα.
Ως γνωστόν ο πολιτισμός περιγράφει τις αξίες και αρχές υπό τις οποίες διαφορετικοί τρόποι ζωής ενδέχεται να συναποτελούν μια υπερεθνική ενότητα. Τέτοιες αξίες και αρχές στον χριστιανικής καταβολής ευρωπαϊκό πολιτισμό είναι τα δικαιώματα του ανθρώπου, το δημοκρατικό πολίτευμα, ο σεβασμός του ορθού λόγου, η ιδέα του κράτους ως πολιτικού εγγυητή της κοινωνικής συνοχής, η ελεύθερη οικονομία, ο τεχνοεπιστημονικός έλεγχος του ανθρώπου επί της φύσεως. Αντιστοίχως οι εθνικοί πολιτισμοί μορφοποιούν το νόημα στο οποίο μια κοινωνία αναγνωρίζει τον εαυτό της ως μέρος μιας διαχρονικής ιστορικής οντότητος, βάσει παραδοσίμων κανόνων, εθίμων και ηθών. Το στοίχημα για κάθε ευρύτερη πολιτική ενότητα είναι να συνδυάση επιτυχώς κουλτούρες και πολιτισμό σε κρίσιμα επίπεδα. Αίφνης η συνοχή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και η τιθάσευσι των αγορών που την απειλούν χρειάζεται μέτρα περαιτέρω πολιτικής ενοποιήσεως και ισχυροποιήσεως της πολιτικής ευθύνης συλλογικά και ατομικά.
Η Ευρώπη θα πρέπη να προχωρήση στην πολιτική της ενοποίησι επιλέγοντας την μεταφορά εξουσίας από το εθνικό κρατικό επίπεδο στο δικό της υπερεθνικό. Θα υποκαταστήση έτσι σταδιακά στην εθνική κυριαρχία την αλληλεγγύη των μελών της, διατηρώντας στους κόλπους της την διαφορά υπερεθνικού και εθνικών πολιτισμών ως αδιάκοπη διεργασία ισόρροπης αντιστοιχήσεως των επιπέδων και των παραλλαγών. Σε μια τέτοια προοπτική οι κουλτούρες ωφείλουν να ενεργοποιήσουν τα ζώπυρα της καθολικότητος, ώστε να αιμοδοτούν τον πολιτισμό, ο οποίος με την σειρά του θα τις γονιμοποιή με τις υπερεθνικές του αξίες.
Γράφω μετά την απόφασι του «Γιούρογκρουπ» για την εποπτεία των μεγάλων εθνικών τραπεζών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Μπορεί το βήμα να είναι συμβιβαστικό, πάντως αποτελεί βήμα προς την ευρωπαϊκή ενοποίησι. Η Ευρώπη κτίζει σιγά-σιγά τον εαυτό της και του δίνει ταυτότητα. Τρέπει κατά μία έννοια την κρίσι σε ευκαιρία, τις αργοπορίες των αντιτιθεμένων συμφερόντων σε προσανατολισμό. Δεν γίνεται να καλύπτουν μονίμως τις τραπεζικές απώλειες οι φορολογούμενοι και να επιδοτούν το σύστημα εις βάρος της καθημερινής τους ζωής. Το αίσθημα της κατάφωρης τούτης αδικίας υπονομεύει τα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτισμού και συδαυλίζει την εσωστρέφεια στα κράτη-μέλη. Με την εποπτεία των τραπεζών η Ευρώπη αρχίζει να προβάλλη αντίστασι στις πολιτικοποιημένες ορέξεις των αγορών.
Με «πολιτική ενοποίησι» σκέπτομαι έναν τύπο λειτουργικής συνομοσπονδίας κρατών και όχι την ομοσπονδία. Η συνομοσπονδία ως χώρος αποτελεί αντίδοτο στην αχαλίνωτη ταχύτητα του χρόνου των αγορών. Οσο ο χρόνος της κινήσεως των κεφαλαίων στερείται χώρου και επομένως κανόνων, τόσο οι αγορές θα κυριαρχούν. Ο εκτός χώρου χρόνος του αΰλου πλανητικού χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει την δύναμι να διαλύη με κρίσεις αναντιστοιχίας τιμών και πραγματικών αξιών τις μεμονωμένες οικονομίες όποιες κι αν είναι. Κατεπείγει συνεπώς ο εναρμονισμός του χρόνου με την βαθύτερη ουσία του χώρου που διαμορφώνει η πολιτική ενοποίησι κατ’ αρχάς της Ευρωζώνης. Η νέα τούτη συνθήκη και συλλογικότητα θα εξημερώση τον καλπασμό των χρηματαγορών, γιατί συνιστά χώρο όχι ως εδαφική απλώς έκτασι αλλά ως αλληλέγγυο ευθύνη. Ο χώρος δεν είναι φυσικό περιέχον, είναι όρος συνυπάρξεως.
Η συνάντησι που περιέγραψα εν συνδυασμώ προς τις αποφάσεις για την εποπτεία των τραπεζών αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα. Επίκαιρο γίνεται το γεγονός στο οποίο αναγνωρίζουμε μια ευκαιρία, μια δυνητική διέξοδο για τον εγκλωβισμένο χρόνο. Ο φυσικός χρόνος κυλά μηχανικά, ενώ ο ιστορικός ξεδιπλώνεται με οραματισμούς και ευκαιρίες. Οι ευκαιρίες δεν προκύπτουν από μόνες τους· τις δημιουργούν ως διεξόδους του χρόνου οι οραματισμοί. Η διέξοδος που δίνομε στον χρόνο είναι μέλλον. Οχι χρόνος ο οποίος έρχεται αέναα σαν κοσμικό φαινόμενο αλλά χρόνος τον οποίο «γεννούν» τα ανθρώπινα έργα. Εν προκειμένω το «έργο» συνδέεται με πρωτοβουλίες και αποφάσεις των κρατών-μελών και των ευρωπαϊκών θεσμών υπέρ της πολιτικής ενοποιήσεως.
Η πολιτική ενοποίησι θα ενισχύση και την ευρωπαϊκή ταυτότητα. Χωρίς τον ελληνικό και τον ρωμαϊκό πολιτισμό η ευρωπαϊκή πνευματική ταυτότητα είναι αδιανόητη. Οι Ελληνες οφείλουμε να σταθούμε αξιόμαχα στο ύψος της υπερηφανείας μας, δηλαδή με σεβασμό για τον εαυτό μας και γενναιοδωρία για τους άλλους. Η αποδοχή ενός μέλλοντος χρόνου που επελαύνει χωρίς να μας ρωτά, κάνει να αρπαζώμαστε από το παρελθόν εναγώνια και να αργοπεθαίνουμε στην παιδικότητά μας. Ομως το μέλλον δεν έρχεται μόνο και μόνο επειδή αύριο θα ξημερώση άλλη μέρα· το μέλλον υπάρχει από σήμερα στην ενεργό μας προσδοκία. Ετσι δεν έχει νόημα να το μαντεύουμε ή να το υφιστάμεθα· νόημα έχει να το σχεδιάζουμε, οπότε το «προβλέπουμε» στις υπεύθυνες πράξεις και επιλογές μας. Να ξετρυπώνουμε, χρειάζεται, όχι να θάβουμε το μέλλον!
Ο κ. Στέλιος Ράμφος είναι συγγραφέας.




ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.