{{{ moto }}}
Ο,τι και να πει κανείς σήμερα για την ερμηνευτική δεινότητα της Μέριλ Στριπ, θα είναι μάλλον χιλιοειπωμένο. Στα 63 της η Στριπ έχει με το σπαθί της κατακτήσει τη θέση μιας από τις κορυφαίες ηθοποιούς του κινηματογράφου. Από πού να ξεκινήσεις και πού να καταλήξεις καταγράφοντας την πορεία μιας γυναίκας που έχει αγγίξει την τελειότητα βγάζοντας μερικούς από τους πιο αξιομνημόνευτους ρόλους της τελευταίας τριακονταπεντίας σε ταινίες όπως το «Πέρα από την Αφρική», η «Εκλογή της Σόφι», οι «Γέφυρες του Μάντισον» και η «Αμφιβολία»;
Μόνο που το καίριο ερώτημα εδώ είναι τι ακριβώς την έβαλαν να κάνει. Η ταινία σκηνοθετήθηκε από τη Φιλίντα Λόιντ, τη δημιουργό της «Mamma mia!» που είναι η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην καριέρα της Στριπ. Θαρρείς όμως ότι η σκέψη της Λόιντ έχει παραμείνει στη «Mamma mia!», γιατί το ενδιαφέρον της για το προφίλ της Θάτσερ ως πρωθυπουργού είναι απίστευτα επιδερμικό την ώρα που δίνει το μεγαλύτερο βάρος στο «ανθρώπινο», και μάλιστα με έμφαση στη ζωή της Θάτσερ ως πρώην… πρωθυπουργού.
Ενα από τα προτερήματα στο υπερφορτωμένο αλλά εξαιρετικά γοητευτικό ως ανάγνωσμα μυθιστόρημα του Λάρσον είναι ότι ενώ τα νήματα της ιστορίας κινούνται από μια κλασική υπόθεση μυστηρίου, αυτό που στην πραγματικότητα βλέπουμε είναι μια μικρογραφία της θεοσκότεινης πλευράς της σουηδικής κοινωνίας.
Δάκρυσα ακούγοντάς τες. Οχι μόνο επειδή μιλούσαν για τις φάλαγγες και τους αρουραίους των φυλακών της Γυάρου που έκαναν πάρτι πάνω στα σώματα και στα πρόσωπά τους. Δάκρυσα επειδή έβλεπα μερικές να θυμούνται τα βασανιστήρια με πικρό χαμόγελο, σαν να έλεγαν «τι να κάνεις, δεν βαριέσαι, αυτά έχει η ζωή». Τόσο περήφανες, τόσο αξιοπρεπείς. Μία μάλιστα λέει ότι τα καλύτερα χρόνια της ζωής της ήταν στις φυλακές. Γιατί αυτό που έκανε άξιζε τον κόπο.
Ανάμεσα στις πάμπολλες γυναίκες _παραπάνω από 50_ που καταθέτουν τις μαρτυρίες τους στην σημαντική αυτή ταινία που φωτογράφισε με το έμπειρο μάτι του ο Αλέξης Γρίβας αναζητώντας με την ακρίβεια ενός τελειομανούς την εκφραστικότητα των προσώπων, οι Μαρία Αγγελάκη, Κίτυ Αρσένη, Νάντια Βαλαβάνη, Μαρία Καλλέργη, Δώρα Καλλιπολίτη, Ελένη Γκολέμα και Σελήνη Σαββινίδου.

Η κινηματογραφική ιστορία του Γκαίτε (Αλεξάντερ Φέλινγκ) λέει ότι για να κατακτήσει κανείς αυτό που πραγματικά θέλει πρέπει πρώτα να υποφέρει. Ο Γκαίτε ολοκληρώθηκε ως συγγραφέας μέσω μιας τεράστιας ερωτικής απογοήτευσης που αντί να τον στείλει στον άλλο κόσμο (όπως παραλίγο να γίνει) τον οδήγησε στο σημείο να γράψει τα «Πάθη του νεαρού Βέρθερου» και να γίνει διάσημος από την μια μέρα στην άλλη.
Ο Ταρ ενδιαφέρεται για την αναζήτηση μιας φόρμας εντελώς δικής του και το στοίχημά του είναι η δημιουργία συναισθημάτων μέσα από την ατμοσφαιρική σκηνοθεσία στην οποία η μουσική (του Μιχάλι Βιγκ) είναι τόσο χαρακτηριστική που νομίζεις ότι πρόκειται για ήρωα της ιστορίας. Επίσης δίνει τεράστια σημασία στον χώρο της δραματουργίας που εν προκειμένω είναι πανοραμικά βιομηχανικά τοπία βυθισμένα στην ομίχλη και μουλιασμένα από την βροχή.


