{{{ moto }}}
Γκρεμισμένοι έρωτες, ανεξόφλητα δάνεια, οικογένειες που δεν μπορούν να αναπνεύσουν, νέα παιδιά που κάνουν παρέα με το τίποτε και το πουθενά αλλά και μια αίσθηση βίας συνεχώς στον αέρα, έτοιμη ανά πάσα στιγμή να δείξει τα δόντια της, πλάθουν το σύμπαν της ταινίας «Tungsten» (Ελλάδα, 2010) του Γιώργου Γεωργόπουλου: κεντρικά πρόσωπα ένας ελεγκτής εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς (Βαγγέλης Μουρίκης), ένας υπεύθυνος πρόσληψης σεκιούριτι (Τάσος Νούσιας), η κοπέλα του (Κόρα Καρβούνη) και δυο περιπλανώμενοι νέοι (Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Ομηρος Πουλάκης). Πιόνια στη λασπωμένη σκακιέρα μιας απειλητικής, επιθετικής και ενίοτε απάνθρωπης πόλης. Της Αθήνας.
Ο 37χρονος Γεωργόπουλος είναι ίσως το πιο υποτιμημένο ταλέντο κινηματογραφικού σκηνοθέτη της γενιάς του. Αν και περσινή ταινία, το «Tungsten» που προβάλλεται σε περιορισμένο κύκλωμα δύο μόλις αιθουσών σε κοινό πρόγραμμα μαζί με τον «Ξεναγό» του Ζαχαρία Μαυροειδή, δεν μπόρεσε ποτέ να βρει τον δρόμο στις αίθουσες, προφανώς επειδή το «φοβήθηκαν».
Η εικόνα της Αθήνας εδώ είναι χαρμόσυνη, πολύχρωμη, ξέγνοιαστη και πιο «χαβαλεδιάρικη». Αν ο Κασαβέτις βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού του Γιώργου Γεωργόπουλου, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ βρίσκεται στο πίσω μέρος του μυαλού του Μαυροειδή.
Με αφετηρία το 1904 και προορισμό το 1913, ανάμεσα σε ειδυλλιακά θέρετρα της Ελβετίας και τη Βιέννη της Αυστρίας, το φιλμ παρακολουθεί εξονυχιστικά τη σχέση των δυο κορυφαίων ψυχαναλυτών, παίζοντας ευέλικτα με την κοφτερή σκέψη αλλά και τις απίστευτες αδυναμίες τους. Κάτι σαν παιδί σε σώμα ανδρός, ο Καρλ Γιουνγκ (τέλειος στον ρόλο ο διαρκώς ανερχόμενος Μάικλ Φασμπέντερ) συνάπτει ερωτική σχέση με την ασθενή του Σαμπίνα Σπιλράιν (Κίρα Νάιτλι) απατώντας την έγκυο γυναίκα του (Σάρα Γκάντον) η οποία τον λατρεύει όσο τίποτε στον κόσμο αλλά και του προσφέρει όλα τα αγαθά που μόνος του δεν θα αποκτούσε ποτέ.
Θα αργήσουμε να μάθουμε τι έχει συμβεί στη ζωή του Τζοζεφ (Πίτερ Μάλεν) για να φτάνει στο σημείο να κλωτσά μέχρι θανάτου τον σκύλο του (στην πρώτη σκηνή της η ταινία δεν υποδέχεται με ευχάριστες διαθέσεις τον θεατή). Ομως ο φακός του Κονσιντάιν δεν θα μειώσει ούτε για μια στιγμή την περιέργειά μας και όταν στην ιστορία μπει μια γυναίκα που έχει στραφεί στον Θεό για να ξεπεράσει τη βία που δέχεται μέσα στο σπίτι της (Ολίβια Κόλμαν), το φιλμ θα αποκτήσει ακόμη περισσότερη δύναμη και ακόμη μεγαλύτερες προσδοκίες σε ό,τι αφορά το αύριο δυο κολασμένων ψυχών.
Πολύ αργή, πολύ φλύαρη, πάρα πολύ μεγάλη σε διάρκεια αλλά παρ’ όλα αυτά με δυνατό, «πιασάρικο» θέμα, η ταινία «Υπηρέτριες» («The help», ΗΠΑ, 2011) αναφέρεται στην ιστορία μιας λευκής δημοσιογράφου (Εμα Στόουν) αποφασισμένης να αναδείξει την ακτιβιστική δραστηριότητά της στη δεκαετία του 1960 γράφοντας ένα βιβλίο μέσω του οποίου θα δίνει για πρώτη φορά φωνή στις καταπιεσμένες μαύρες υπηρέτριες της εποχής.
Το «Σπίτι των ονείρων» («Dream house», 2011, ΗΠΑ) του Τζιμ Σέρινταν είναι μια ταινία που ξεκινά με τις καλύτερες των προθέσεων αλλά σιγά σιγά αυτοκαταστρέφεται. Ο Ντάνιελ Κρεγκ υποδύεται το επιτυχημένο στέλεχος εκδοτικής εταιρείας που παραιτείται από τη δουλειά του στη Νέα Υόρκη, μετακομίζει με σύζυγο (Ρέιτσελ Γουάιζ) και κόρες σε έπαυλη του Νιου Ινγκλαντ και εκεί ανακαλύπτει σύντομα ότι κάτι με το σπίτι (και ενδεχομένως με τον ίδιο) δεν πάει καλά. Το ότι κάτι δεν πάει καλά είναι βέβαιο, δεν φταίει όμως ούτε το σπίτι ούτε ο Κρεγκ. Φταίει το πρόχειρο και απελπιστικά μπερδεμένο σενάριο που δεν σου επιτρέπει ποτέ να το ακολουθήσεις. Η ανάγκη των δημιουργών της ταινίας να σμίξουν το ρεαλιστικό με το μεταφυσικό στοιχείο ώστε η έκπληξη να έχει το αντίκτυπο μιας «Εκτης αίσθησης» καταλήγει σε ένα αδιανόητο φιάσκο όπου κανείς δεν καταλαβαίνει τίποτε. Παίζει και η Ναόμι Γουότς.
Το καρτούν μιούζικαλ «Happy feet 2» (ΗΠΑ, 2011) του Τζορτζ Μίλερ είναι «συνέχεια» του «Happy Feet» (2006) που είχε κάνει σταρ τους πιγκουίνους. Δυστυχώς, η συνέχεια που μάλιστα σκηνοθετήθηκε από τον ίδιο σκηνοθέτη, δεν έχει ούτε τη φαντασία αλλά ούτε τη φινέτσα της πρώτης ταινίας. Απεναντίας, το νέο φιλμ μοιάζει με διαρκές και ενίοτε ενοχλητικό τραγούδι, σε ένα θορυβώδες χυμαδιό χωρίς ειρμό. Νιώθεις ότι η ταινία δεν έχει στόρι, κάτι που σίγουρα είχε η προηγούμενη. Η πιο γλυκιά (και έξυπνη) νότα είναι οι δυο γαρίδες με τις φωνές των Μπραντ Πιτ και Ματ Ντέιμον.
Για το «Sapila Xeftila kai Tekila» που ο Νίκος Ζερβός συνσκηνοθέτησε με τον Γιάννη Παρασκευόπουλο τα σχόλια περιττεύουν. Ο τρόπος με τον οποίο ο Ζερβός προσπαθεί να καυτηριάσει την κατάντια της Ελλάδας ταυτίζεται απολύτως με την δημιουργική κατάντια του ιδίου σε ένα χυδαίο αλαλούμ που δεν αντέχεται με τίποτε. Δεν περιμέναμε τίποτε καλύτερο από τον Ζερβό αλλά αυτό, πολύ απλά, δεν είναι κινηματογράφος. Είναι η απόλυτη «kafrila»!


