«Ποιος θα μ’ άκουγε, αν κραύγαζα απ’ των αγγέλων τα τάγματα


Οι δύο αρχικοί στίχοι από την Πρώτη Ελεγεία του Ντουίνο του Ρίλκε μου ήρθαν στον νου, σαν τις σκέψεις που αναδύονται από το υποσυνείδητο, καθώς από τον πυργίσκο του κάστρου του Ντουίνο είδα μπροστά μου να ανοίγεται το βαθυγάλανο υδάτινο πλατό της Αδριατικής. Ατενίζοντας από αυτή τη μαγευτική έπαλξη της Ιστορίας τον κόλπο της Τεργέστης η θάλασσα συναντά τον ορίζοντα κάτω χαμηλά σε ένα ονειρεμένο βάθος που μοιάζει να ανοίγεται στο παρελθόν, σε μια χώρα φαντασμάτων, σαν κι εκείνα που στοιχειώνουν τις μνήμες τούτου του απόκρημνου απολιθώματος όπου διασταυρώθηκαν τρεις πολιτισμοί: ο ιταλικός, ο αυστροουγγρικός και ο γερμανικός.


Επί δέκα αιώνες στέκεται εδώ ψηλά το εντυπωσιακό κτίσμα. Κάτω ο ήλιος που πάει να βασιλέψει αστράφτει χρυσοκόκκινος πάνω στα νερά. Η ζωή, η φύση, ο κόσμος – ένα απέραντο πεδίο μύησης. Δέκα αιώνες αργών μεταμορφώσεων, δέκα αιώνες γεμάτες ζωές που γνώρισαν τη δόξα και την κατάπτωση, ζωές επισκεπτών, μουσικών, συγγραφέων και ποιητών, ζωές κατακτητών και βαρβάρων που σκαρφάλωσαν πάνω στα βράχια να δηώσουν το κάστρο οδηγημένοι από διάφορους ευρωπαίους Τζέγκις Χαν.


Βρισκόμουν στο Ντουίνο για τρίτη φορά τα τελευταία δέκα χρόνια, με τους στίχους του Ρίλκε να ηχούν επαναληπτικά μέσα μου ακολουθώντας τον ρυθμό των κυμάτων που έσκαγαν στα απόκρημνα βράχια από κάτω: Μπροστά μου, ανάμεσα στις πολεμίστρες, τον Γενάρη του 1910 ο ποιητής συνέλαβε την πρώτη από τις Ελεγείες του. Κοίταξα τα σύννεφα πάνω από τον πύργο του κάστρου. «Το Ντουίνο είναι το σύννεφο της ύπαρξής μου. Και πίσω από κάθε σύννεφο κρύβεται ένας θεός» είχε πει εκείνος ο γερμανός από την Πράγα που άφησε τα παρισινά σαλόνια κι ήρθε σε αυτή την ακτή να βρει τον εαυτό του αναφωνώντας «Ποιος με δέος δεν κάθισε μπρος στην αυλαία της καρδιάς του» κι ακόμη: «Η ομορφιά δεν είναι παρά η αρχή του τρομερού».


Αλλά μήπως ήταν ο μόνος που πέρασε από εδώ; Τα ονόματα τώρα διασχίζουν αργά τη μνήμη όπως τα σύννεφα διατρέχουν τον ουρανό: Ρούντολφ Κάσνερ, Γκαμπριέλε Ντανούντσιο, Πολ Βαλερί, Γεχούντι Μενουχίν, Φραντς Λιστ, Ευγένιος Ιονέσκο, Νέλσον Μαντέλα, Ντούμπτσεκ, Καρλ Πόπερ, Μαρία Βοναπάρτη, Ελεονόρα Ντούζε, Μαρκ Τουέιν, Ούγκο φον Χόφμανσταλ, Γιόχαν Στράους. Ολοι τους στις παρυφές της ευρωπαϊκής ιστορίας – αλλά ίσως κι όχι. Από εδώ πέρασε άλλωστε ο αρχιδούκας Φραντς Φέρντιναντ, διάδοχος του αυστροουγγρικού θρόνου, και η γυναίκα του Σοφία στο τελευταίο τους μοιραίο ταξίδι για το Σαράγεβο, όπου θα τους δολοφονούσε ένας νεαρός Βόσνιος κι αμέσως μετά θα ξεσπούσε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος.


Το όνομα


Κανείς δεν ξέρει πώς προέκυψε το όνομα Ντουίνο. Το κάστρο βρίσκεται σε μια περιοχή που κατοικούνταν από την αρχαιότητα ακόμη. Κατά την κελτική περίοδο ήταν κατά πάσα πιθανότητα τόπος σεληνιακών τελετουργιών των Δρυίδων που είχαν σχέση με τον κύκλο του έτους και τη γονιμότητα. Στους ρωμαϊκούς χρόνους αποτελούσε τμήμα της παραλιακής οχύρωσης της αυτοκρατορίας. Αργότερα υπήρξε τόπος αιματηρών συγκρούσεων ανάμεσα στα διάφορα φύλα της Ευρώπης. Κάποιοι επιστήμονες λένε ότι το όνομα Ντουίνο προήλθε από τη γνωστή εκκλησία του San Giovanni al Timavo, αποκαλούμενη «in Tuba» από όπου προέκυψε το όνομα Tubinum – κι εξ αυτού Ντουίνο. Τον 19ο αιώνα ωστόσο, ένας από τους σοβαρότερους μελετητές της περιοχής, ο Ρ. Πίτσλερ, ισχυρίστηκε ότι η περιοχή οφείλει το όνομά της σε κάποιον Δουίνο ή Δουείνο, που καταγόταν από τη Γαλλία. Τον Ιούλιο του 1830 άλλωστε ανακαλύφθηκε μια αρχαία επιγραφή όπου έγραφε στα ελληνικά ανάμεσα στα άλλα ότι ενθάδε κείται ο ήρως Δουείνος.


Το πιάνο του Λιστ


Μπήκα στο εσωτερικό. Ολα στη θέση τους, όλα τακτοποιημένα. Καρέκλες, πορτρέτα, ασημικά, στολές, βάζα, καρτ ποστάλ, βιβλία. Αυτή είναι η χλωρίδα της μνήμης που λειτουργεί συμπληρωματικά στους εκπληκτικούς κήπους με τα σιντριβάνια, τα αγάλματα, τα αναρριχητικά φυτά πάνω στα τείχη, τα ρόδα και τις μιμόζες, τους ιβίσκους και τις μπουκαμβίλιες που στεφανώνουν την αθέατη ζωή.


Από εδώ πέρασε η Μαρία Βοναπάρτη, η παθιασμένη αριστοκράτισσα που εισήγαγε την ψυχανάλυση στο Παρίσι, που ενέπνευσε τον Εμπειρίκο, που στη διάρκεια της επέλασης των ναζιστών στην Ευρώπη φρόντισε να γλιτώσει τον Φρόιντ «βγάζοντάς» τον από τη Βιέννη τις μέρες που ετοιμάζονταν να συλλάβουν.


Στάθηκα σιωπηλός και για ώρα μπροστά στο πιάνο του Λιστ. Ενα αστραφτερό ξύλινο τοτέμ, κλειστό σαν ακριβό μυστικό που το φύλαξαν σε τούτη την υπερμεγέθη κρύπτη. Ηταν αυτό το ίδιο που 100 και πλέον χρόνια νωρίτερα το έβγαζαν στη βεράντα για να παίξει ο δαιμόνιος μουσικός τα δειλινά απέναντι στη θάλασσα και τον άνεμο, απέναντι στον ίδιο τον χρόνο.


Επικό, ρομαντικό, δραματικό το κάστρο, είτε το κοιτάς με ορθάνοιχτα είτε με μισόκλειστα μάτια, δεσπόζει πάνω στα θεμέλια των αναμνήσεών του. Εσύ όμως περπατώντας στο εσωτερικό ή ανάμεσα στους κήπους, μπροστά στη θάλασσα ή κάτω από τον ουρανό, ακούς τον παλμό της φύσης να συντονίζεται με τον παλμό της Ιστορίας ή με το αθέατο σύμπαν των ίδιων χερουβείμ και σεραφείμ τα οποία ανοίχτηκαν μπροστά στον Ρίλκε πριν από ενενήντα τόσα χρόνια και του ελευθέρωσαν την κραυγή που είχε φυλακισμένη μέσα του. Δεν ήταν τυχαίο, σκέφτομαι, που η παλιά του ιδιοκτήτρια, η πριγκίπισσα Marie von Thurn und Taxis αποκαλούσε εκείνο το μελαγχολικό και ηδυπαθές πλάσμα με τα μεγάλα φωτεινά μάτια άλλοτε Don Giovanni και άλλοτε Doctor Serafino.


Ιστορία


Το Ντουίνο έχει ιστορία τουλάχιστον 2.000 ετών. Μια επιγραφή μαρτυρεί ότι από εδώ πέρασε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός. Αλλά το κάστρο στη σημερινή του μορφή άρχισε να χτίζεται τον 14ο αιώνα. Ο πύργος που δεσπόζει και γύρω από τον οποίον αναπτύσσονται τα υπόλοιπα κτίσματα, κατασκευάστηκε τον 16ο αιώνα. Εκείνη την εποχή ο κόμης Torre-Hofer Valsassina το μετέτρεψε σε ένα από τα μεγαλύτερα πολιτιστικά κέντρα της Ευρώπης, κι έτσι παρέμεινε ως τον 19ο αιώνα, όταν περιήλθε στην κατοχή δύο σπουδαίων γυναικών, πρώτα της Teresa Thurn-Hofer Valsassina κι έπειτα της κόρης της Marie von Thurn und Taxis. Τότε γνώρισε και τις μεγάλες του δόξες. Αυτές οι φιλελεύθερες πριγκίπισσες του πρόσθεσαν αίγλη ανοίγοντας τα σαλόνια τους στις σημαντικότερες προσωπικότητες των ευρωπαϊκών Γραμμάτων και της Τέχνης.


Αρκετά χρόνια αργότερα, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πρίγκιπας Raimondo della Torre e Tasso προσπάθησε να τονίσει τον υπερεθνικό χαρακτήρα όχι μόνο του κάστρου αλλά και της γύρω περιοχής. Αριστοκράτης – κι ωστόσο με δημοκρατικές πεποιθήσεις – ίδρυσε στη διπλανή πολυεθνική Τεργέστη το Κέντρο Θεωρητικής Φυσικής, από τα σημαντικότερα στην Ευρώπη, και ήταν ο πρώτος σε όλη την περιοχή γύρω από την Αδριατική που ύψωσε πάνω στον πύργο τη σημαία της Ευρωπαϊκής Ενωσης.


Στις αίθουσες του κάστρου σήμερα, ακολουθώντας την παράδοση, διεξάγονται ποικίλα σεμινάρια και γίνονται εκθέσεις ζωγραφικής και γλυπτικής. Τώρα οι νέοι ιδιοκτήτες έχουν ανοίξει στο κοινό το μεγαλύτερο μέρος του, όπου μπορεί κανείς να θαυμάσει τους σπάνιους θησαυρούς και τα έργα τέχνης που συγκέντρωσαν μέσα στους αιώνες οι παλαιότεροι και οι σημερινοί ιδιοκτήτες. Στους κήπους του, που η αρχιτεκτονική τους εναρμονίζεται θαυμάσια με τα κτίσματα, συναντάς τα περισσότερα φυτά τα οποία υπάρχουν στη χλωρίδα της περιοχής, κι αυτά συνθέτουν μαζί με τα αγάλματα, τα ανάγλυφα και τα σιντριβάνια ένα μοναδικό σκηνικό μνήμης, ομορφιάς και νοσταλγίας.


Οι καλλιτεχνικοί θησαυροί του κάστρου του Ντουίνο δεν έμειναν αλώβητοι από τις σύγχρονες καταστροφές και ιδίως από τους δύο παγκοσμίους πολέμους, όταν αυτό το «ζωντανό» μνημείο της Ευρώπης βομβαρδίστηκε πάνω από τρεις φορές. Εξαιτίας των βομβαρδισμών καταστράφηκαν, ανάμεσα σε άλλους, και σπάνιοι πίνακες του Καραβάτζιο, του Τιντορέτο και του Ρέμπραντ.


Θρύλοι


Σε τέτοια μέρη δεν μπορείς να χαράξεις τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον μύθο, την Ιστορία και την αίσθηση χωρίς να ακυρώσεις το ίδιο το θαύμα. Οι κήποι του Ντουίνο σου δίνουν την εντύπωση ότι κατεβαίνουν από τον ουρανό και ακουμπούν στη θάλασσα. Καθώς περιδιαβάζω ανάμεσα στα λουλούδια μού φαίνεται πως σε κανένα άλλο μέρος δεν θα ταίριαζε καλύτερα ο στίχος του Ελύτη «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα».


Εδώ, λένε, ήρθε ο Δάντης κι έγραψε το τρίτο μέρος της Θείας Κωμωδίας που είναι αφιερωμένο στο Ντουίνο. Κατέβηκα και είδα τον βράχο, «Scolio di Dante» («Βράχο του Δάντη»), όπου ο ποιητής καθόταν απέναντι στην Αδριατική κι έβλεπε 7 αιώνες πριν από τον Ρίλκε τους δικούς του αγγέλους.


Λίγο πιο κάτω, ο ιταλός φίλος από την Τεργέστη που με συνόδευε, μου έδειξε μια μεγάλη λευκή πέτρινη φιγούρα στην άκρη της ακτής μπροστά από τα ερείπια των παλιών οχυρώσεων.


«Να η Castellana Esterina da Portole, πιο γνωστή ως Dama Bianca» είπε. «Υπάρχουν πολλοί θρύλοι για αυτό το μυθικό πλάσμα, αλλά να σου πω τον συναρπαστικότερο. Τα πολύ παλιά χρόνια λοιπόν μια νεαρή πριγκίπισσα του κάστρου ερωτεύτηκε κάποιον κοινό θνητό. Ο πατέρας της το έμαθε και την κλείδωσε σε ένα δωμάτιο του πύργου. Επειτα διέταξε να συλλάβουν τον νέο, να τον σκοτώσουν κάτω στην αυλή και να πετάξουν το πτώμα του στη θάλασσα. Οταν το έμαθε η νεαρή πριγκίπισσα, ρίχτηκε με κραυγές από το παράθυρό της στον γκρεμό. Το σώμα της πέτρωσε στον αέρα. Είναι αυτό που βλέπεις εδώ μπροστά σου».


Καθώς αφήναμε την πέτρινη Dama Bianca κι αρχίσαμε να ανεβαίνουμε ξανά πάνω στο κάστρο θυμήθηκα εκείνo το παραμύθι με τους πειρατές που το κατέλαβαν κατόπιν προδοσίας εκ των έσω και που μετά τη μάχη πρώτα φυλάκισαν τον άρχοντα στα μπουντρούμια του ίδιου του κάστρου του κι έπειτα επιδόθηκαν σε ξέφρενο γλέντι στο πλοίο τους. Αλλά κάποια στιγμή ο καπετάνιος τους είδε σαν σε όνειρο τον άρχοντα να δραπετεύει, να ανακαταλαμβάνει το κάστρο και τότε, όπως θα έκανε κάθε γνήσιος πειρατής, τον χαιρέτησε κοροϊδευτικά από τη θάλασσα και του «υποσχέθηκε» ότι θα ξαναγυρίσει και θα πάρει εκδίκηση. Το φως είχε αρχίσει να χαμηλώνει πάνω από τον ορίζοντα και πήρε να φυσάει. Νύχτωνε γρήγορα αλλά τα φαντάσματα όπως πάντα βρίσκονταν εδώ. Φαντάσματα ενοίκων που δεν ήθελαν μετά τον θάνατό τους να φύγουν από το κάστρο και περιφέρονταν από δωμάτιο σε δωμάτιο ταράζοντας τον ύπνο των ζωντανών, φαντάσματα που τριγυρνούσαν στον περίβολο και τις επάλξεις ψάχνοντας για κρυμμένους θησαυρούς, φαντάσματα εραστών που τα βράδια κάτω από το σεληνόφως κρύβονταν στις σκοτεινές γωνίες των υπέροχων κήπων αναζητώντας τις σκιές όσων αγάπησαν παράφορα, φαντάσματα πειρατών που τους ξέβρασε η θάλασσα ή τους πέρασαν από λεπίδι οι ιδιοκτήτες.


Ομως κυκλοφορούσαν και πιο ρομαντικές ιστορίες, σαν εκείνη της παρθένας που την απήγαγε κάποιος από τους άκαρδους άρχοντες που πέρασαν από το κάστρο αλλά παρά τις προσπάθειές του δεν κατάφερε να την ξελογιάσει κι οργισμένος την έκλεισε σε ένα δωμάτιο για μήνες, ώσπου έπειτα από πολλές περιπέτειες ο αρραβωνιαστικός της κοπέλας με τη βοήθεια ενός πιστού συντρόφου του την ελευθέρωσε, όμως αυτή πέθανε στα χέρια του κι εκείνος έψαχνε να βρει τρόπο να εκδικηθεί τον θάνατό της.


Είχε πλέον σκοτεινιάσει και το κάστρο έκλεινε. Στο κεντρικό κτίσμα και στους κήπους άναψαν μερικά φώτα. Κάτω στη θάλασσα έπεφτε η αυλαία της νύχτας.