Παραμονές της αμερικανικής προεδρικής εκλογής, η ευρωπαϊκή έκδοση της συντηρητικής «Wall Street Journal» έτριβε τα χέρια της. Η επικράτηση του Τζορτζ Μπους του νεότερου έμοιαζε σχεδόν βέβαιη και η εφημερίδα παρατηρούσε ότι αυτό το ενδεχόμενο θα έπρεπε να συγκινεί ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή Δεξιά.


Γιατί; Επειδή μια νίκη Μπους, έλεγε η εφημερίδα, είναι ικανή να δημιουργήσει έναν νέο συσχετισμό πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη. Ακριβώς όπως η νίκη του Γουίλιαμ Τζέφερσον Κλίντον, το 1992, άνοιξε τον δρόμο για την ευρωπαϊκή επικράτηση της Κεντροαριστεράς. «First we take Manhattan, than we take Berlin» που έλεγε και ο Λέοναρντ Κοέν. Αυτό που σημείωνε ένα έντυπο το οποίο φέρει υπερηφάνως ως τίτλο τη διεύθυνση του αμερικανικού χρηματιστηρίου αξιών το διαισθανόταν ίσως και ο μέσος έλληνας πολιτικός. Με αυτή την παλαιά αλλά αναπόδεικτη αίσθηση ότι τα υπερατλαντικά πολιτικά πράγματα μπορούν να επηρεάσουν όχι μόνο την τιμή του δολαρίου ή το Κυπριακό αλλά ακόμη και τις εσωκομματικές εξελίξεις στο ΠαΣοΚ και στη ΝΔ.


Οικοδομήθηκε λοιπόν ένα ολόκληρο παιχνίδι εντυπώσεων. Η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη πέρασε από όλα σχεδόν τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα της χώρας για να υπενθυμίσει διακριτικά τη φιλική σχέση που ενώνει την οικογένεια Μητσοτάκη με την οικογένεια Μπους. Ολοι το έπιασαν το υπονοούμενο. Με τον υιό Μπους στον Λευκό Οίκο, η κόρη Μητσοτάκη δικαιούται από Ρηγίλλης και επάνω.


Και δεν είναι η μόνη. Αλλες πληροφορίες έφεραν τον κ. Δ. Αβραμόπουλο να βγάζει από το συρτάρι φωτογραφίες, βίντεο και αναμνηστικά από τις συναντήσεις που είχε ο δήμαρχος Αθηναίων με τον κυβερνήτη του Τέξας και τον αδελφό του Τζεμπ, κυβερνήτη της Φλόριδας.


Στην άλλη πλευρά υπήρχαν πολλοί πρόθυμοι να διαβεβαιώσουν τον κάθε δημοσιογράφο ότι οι σχέσεις του κ. Γ. Α. Παπανδρέου με το Δημοκρατικό Κόμμα είναι παραδοσιακά άριστες και ότι ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών έχει προσωπική γνωριμία με τον αντιπρόεδρο Γκορ.


Μην αδικούμε τους έλληνες πολιτικούς. Αντίστοιχα παιχνίδια εντυπώσεων παίχτηκαν σε όλη την Ευρώπη. Κάθε φορά οι αμερικανικές εκλογές φορτώνονται με μια μυθολογία διεθνών και εθνικών εξελίξεων, η οποία όσο περισσότερο διογκώνεται τόσο λιγότερο επαληθεύεται.


Διότι σπανίως επαληθεύεται. Τον Μάιο του 1981 ο μόλις πέντε μηνών πρόεδρος των ΗΠΑ Ρόναλντ Ρίγκαν έστειλε στο Παρίσι αυτοπροσώπως τον αντιπρόεδρο Τζορτζ Μπους (τον πατέρα) να συναντήσει τον νεοεκλεγέντα τότε Φρανσουά Μιτεράν.


Ο λόγος; Να τον πείσει να μη βάλει κομμουνιστές υπουργούς στην κυβέρνησή του. Ο γάλλος πρόεδρος άκουσε ευγενικά τον αμερικανό αντιπρόεδρο και στη συνέχεια έκανε του κεφαλιού του. Εδωσε στο ΚΚ Γαλλίας τέσσερα υπουργεία.


Το 1989-90, όταν ετέθη το θέμα της επανένωσης της Γερμανίας, ο πρόεδρος (πλέον) Μπους είχε πάρει το μάθημα. Περιορίστηκε σε ένα ζωηρό αλλά τηλεφωνικό ενδιαφέρον. Ο Καγκελάριος Χέλμουτ Κολ, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και (δευτερευόντως) ο Μιτεράν και η Μάργκαρετ Θάτσερ χειρίστηκαν το πρόβλημα.



Μπορεί οι Ευρωπαίοι να ακολούθησαν τους Αμερικανούς στον Κόλπο, στη Βοσνία ή στο Κοσσυφοπέδιο, μπορεί να συμπλέουν στη Μέση Ανατολή, μπορεί να κουβαλάνε «την Αμερική στο μυαλό τους», κατά την έκφραση του Ρεζίς Ντεμπρέ, αλλά πέρασε πια η εποχή που ο αμερικανός πρέσβης στη Ρώμη εμπόδιζε ανοιχτά και προκλητικά τη σύμπραξη των χριστιανοδημοκρατών με τους κομμουνιστές του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ. Την ίδια όμως στιγμή που κάτι τέτοιο φαντάζει σχεδόν απίθανο, πολλοί καμώνονται ότι μπορεί ακόμη να συμβεί.


Παρ’ όλα αυτά τα πράγματα στη μία και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού δεν είναι εντελώς ξεχωριστά. Στις ΗΠΑ οι προεδρικές εκλογές έληξαν χωρίς νικητή ­ τουλάχιστον ώσπου να μετρηθούν και ξαναμετρηθούν όλα τα ψηφοδέλτια στη Φλόριδα. Αλλά με ένα τεράστιο συμπέρασμα.


* Κοινωνία αντιθέσεων


Η αμερικανική κοινωνία παραμένει μια κοινωνία με αντιθέσεις, με ταξικά ανακλαστικά, με διαχωριστικές γραμμές. Η Ανατολή, ο βιομηχανικός Βορράς και η Δύση ψήφισαν Γκορ. Ο Νότος, οι μεσοδυτικές Πολιτείες και η βαθιά Αμερική έβγαλαν Μπους. Με τον Γκορ η κοινωνική συμμαχία του Ρούζβελτ, του «Νιου Ντιλ» και του Κένεντι ­ μείον ο συντηρητικός Νότος. Με τον Μπους η Αμερική του Ρόναλντ Ρίγκαν ­ μείον η Νέα Οικονομία της Δύσης.


Από τη μία μεριά οι μειονότητες, τα συνδικάτα, τα μεγάλα αστικά κέντρα. Από την άλλη οι λευκοί προτεστάντες Αγγλοσάξωνες, η μεσαία τάξη, τα προάστια με τις ομοιόμορφες μονοκατοικίες που βλέπουμε στο σινεμά. Ο Μπους προηγείται κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες στους άνδρες ψηφοφόρους. Και ο Γκορ πάλι κατά 11 μονάδες στις γυναίκες.


Εντυπωσιακό. Η χώρα που πρώτη εξήγγειλε «το τέλος των ιδεολογιών», που έκανε δημόσιο δόγμα την κατάργηση των πολιτικών διαφορών, που παινεύεται για την ομοιογενοποίηση της κοινωνίας της, βγήκε από τις κάλπες κομμένη στα δύο. Στον αφορισμό «τι Μπους, τι Γκορ», η ίδια η αμερικανική κοινωνία αποφάσισε να απαντήσει «άλλο Μπους και άλλο Γκορ».


Γιατί; Η απάντηση θα κρύβεται προφανώς στην ουσία του διλήμματος που ετέθη στους αμερικανούς ψηφοφόρους. Κακά τα ψέματα, οι Αμερικανοί εκλήθησαν σ’ αυτές τις εκλογές όχι να αντιμετωπίσουν μια δυστυχία ούτε να επιλέξουν την κοινωνία που θέλουν να ζήσουν, αλλά να αποφασίσουν πώς θα κατανείμουν την ευημερία τους. Και στο ερώτημα αυτό, όπως στα περισσότερα ερωτήματα που θέτει η πολιτική, υπάρχουν πάντα περισσότερες από μία απαντήσεις.


Στο «Βήμα» της 5ης Νοεμβρίου δημοσιεύτηκε ένα άρθρο του κ. Μπέντζαμιν Μ. Φρίντμαν, καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, σχετικά με τις διαφορές μεταξύ των δύο υποψηφίων. Ο κ. Φρίντμαν υποστήριζε ότι η ευημερία δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο. Οτι το πλεόνασμα θα διατηρηθεί και ότι η κοινωνική χρήση του πλεονάσματος υποκρύπτει μια βαθιά ιδεολογική επιλογή.


* Διαφορετικές απαντήσεις


Σε αντίθεση με την κρατούσα ισοπεδωτική άποψη σε αυτό το κεντρικό ερώτημα των αμερικανικών εκλογών (την κατανομή της ευημερίας), ο κάθε υποψήφιος έδινε μια ριζικά διαφορετική απάντηση ­ με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.


Ο ένας υπόσχεται φορολογικές απαλλαγές και ο άλλος ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας. Η πόλωση που καταγράφηκε στο εκλογικό αποτέλεσμα ήταν η φυσιολογική συσπείρωση των κοινωνικών δυνάμεων που στρατεύονται στη μία ή στην άλλη επιλογή. Στη χώρα όπου η πολιτική γίνεται με τους ισχνότερους ιδεολογικούς όρους προέκυψαν ξαφνικά δύο διαφορετικά κοινωνικά στρατόπεδα.


Ας ξαναπεράσουμε τον Ατλαντικό. Από τα τέλη του 19ου αιώνα η ευρωπαϊκή Αριστερά ζει με την ψευδαίσθηση που πρώτος διατύπωσε ο Φερδινάνδος Λασάλ. «Οι Αμερικανοί δεν ξέρουν ότι είναι δυστυχείς. Θα τους το μάθουμε εμείς!».


Το βέβαιο είναι ότι δεν καταφέραμε να τους το μάθουμε ακόμη. Το περίεργο είναι ότι σ’ αυτή την περίπτωση, όπως και σε τόσες άλλες, οι Αμερικανοί κατορθώνουν απλώς να διατυπώνουν με σαφήνεια τα ερωτήματα με τα οποία συγκεχυμένα παλεύει η Ευρώπη.


* Ενα ερώτημα για την Ευρώπη


Στο Ηνωμένο Βασίλειο η κοινωνική ανάπαυλα που γνώρισε η κυβέρνηση Τόνι Μπλερ οδεύει στο τέλος της. Η αύξηση της τιμής των καυσίμων είναι περισσότερο η αφορμή παρά η αιτία. Για πρώτη φορά από το 1995 η ηγεσία του Εργατικού Κόμματος αισθάνεται να αμφισβητούνται οι επιλογές της ευρύτερης κοινωνικής απραξίας που την οδήγησαν στην εξουσία.


Στη Γαλλία μια δημοσκόπηση του «Monde» δείχνει το 55% των Γάλλων να θεωρεί ότι η κυβέρνηση του Λιονέλ Ζοσπέν πάσχει από έλλειψη κοινωνικού δυναμισμού. Και πού της ζητούν να επιδείξει τον δυναμισμό της; Στον κατώτατο μισθό, στο 35ωρο, στην απασχόληση των νέων.


Προχθές ανακοινώθηκε ότι το πλεόνασμα των δημοσίων εσόδων στην Ελλάδα έχει φτάσει στα 722 δισ. δρχ. και ίσως να υπερβεί τα 800 δισ. δρχ. για ολόκληρο το 2000. Ολη αυτή η αναταραχή που επικρατεί στο ΠαΣοΚ δεν απορρέει μόνο από τη δήλωση πολιτικής παρουσίας του κ. Τσοχατζόπουλου ή από το αίτημα κυβερνητικής αξιοποίησης του κ. Χ. Τσιόκα.


Υπάρχει και ένα αντικειμενικό ερώτημα για την πορεία και τις επιλογές ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου, το οποίο διατυπώνεται και αλλού. Προ ολίγων μηνών ο κυβερνητικός συνασπισμός στη Γαλλία κόντεψε κυριολεκτικά να διαλυθεί όταν ετέθη μπροστά στο ζήτημα όχι μιας νέας δημοσιονομικής εξυγίανσης ούτε της αναγκαιότητας πρόσθετων περικοπών, αλλά της κατανομής του δημοσιονομικού πλεονάσματος. Της «γκανιότας του Ζοσπέν», όπως χαρακτηρίστηκε στον Τύπο.


Παντού εκδηλώνεται μια κοινωνική πίεση στην ηγεμονεύουσα Κεντροαριστερά. Η Ευρώπη, στο σύνολό της, καλείται πλέον και αυτή να απαντήσει στο ίδιο ακριβώς ερώτημα που χώρισε στην Αμερική τον Μπους από τον Γκορ. Πώς θα διαχειριστεί την ευημερία της; Πώς θα την κατανείμει; Και υπέρ ποίων;


Εντελώς σχηματικά οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, ακριβώς όπως και η αμερικανική, καλούνται η μία μετά την άλλη να βρουν την απάντηση στην εύλογη απορία: «Ωραία, μπήκαμε στην ΟΝΕ. Ωραία, φτιάξαμε το ευρώ. Ωραία, εξασφαλίσαμε τη δημοσιονομική πειθαρχία και αντιμετωπίσαμε τον πληθωρισμό. Από εδώ και πέρα τι γίνεται;».


Το αβέβαιο βήμα του Τρίτου Δρόμου


Ο μέσος ευρωπαίος και ο μέσος αμερικανός πολίτης ζητούν να νιώσουν ότι από τη στιγμή που «τα πράγματα πάνε καλά» μπορούν και αυτοί να ζήσουν καλύτερα. Θέλουν να βεβαιωθούν ότι η ευημερία δεν μεταφράζεται μόνο σε αύξηση κερδών των επιχειρήσεων και σε φοροαπαλλαγές που ευνοούν κυρίως τους πιο υψηλούς φορολογουμένους. Θέλουν να ξέρουν αν η πολιτική εξακολουθεί να έχει κοινωνικό περιεχόμενο. Ως πρόσφατα η Κεντροαριστερά ήταν συνώνυμο δημόσιας σπατάλης. Τώρα εμφανίζεται εγκλωβισμένη στις συνταγές της οικονομικής επιτυχίας της. Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα; Προς ποια κατεύθυνση; Και με ποιους υποστηρικτές; Μπορεί το κοινωνικό πρόσωπο μια ευημερούσας κοινωνίας να συρρικνώνεται στην αντιμετώπιση της ανεργίας και στη βελτίωση της νοσοκομειακής περίθαλψης;


Ο Ζαν Ντανιέλ έλεγε προ ημερών σε μια συνέντευξή του: «Από τη στιγμή που η Αριστερά αποφάσισε όχι πια να εξανθρωπίσει τον μαρξισμό αλλά να ηθικοποιήσει τον καπιταλισμό, έπαψε να είναι τόσο σίγουρη για τον εαυτό της». Και ότι η αμηχανία της διευρύνεται από την κατάρρευση της εμπιστοσύνης της στην παντοδυναμία της κρατικής παρέμβασης.


Ολη η αμφιβολία που φαίνεται να διακατέχει την ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά ­ από το νέο Εργατικό Κόμμα ως την Ελιά και από την Πολλαπλή Αριστερά ως το ΠαΣοΚ ­ προκύπτει από την αδυναμία της να διατυπώσει ένα κοινωνικό σχέδιο για συνθήκες ευημερίας. Και το οποίο προφανώς δεν έχει καμία σχέση με τη σοσιαλδημοκρατική αναπαλαίωση που προτείνει ο Οσκαρ Λαφοντέν ή με τα αλαμπουρνέζικα των παλαιο-Πασόκων.


Εκεί λοιπόν οι αμερικανικές εκλογές συνδέονται πραγματικά με τις πολιτικές εξελίξεις στη Γηραιά Ηπειρο. Ούτε στην Ντόρα ούτε στον Αβραμόπουλο. Αλλά στο ερώτημα που τίθεται επιτακτικά στις σύγχρονες κοινωνίες.


Πλάκα πλάκα ο Γκορ φαίνεται ότι βρήκε μια απάντηση που ακόμη κι αν δεν του δώσει τη νίκη στις εκλογές τού εξασφάλισε την εμπιστοσύνη αυτών που θέλησε να εκπροσωπήσει. Στην Ευρώπη προς το παρόν δεν καταγράφεται ανάλογο φαινόμενο.