ΔΕΝ περνάει φεγγάρι όπου να μην επιβεβαιώνεται πως είμαστε πλασμένοι κατ’ εικόνα και ομοίωσιν των ευκλεών προγόνων μας! Το κακό, βέβαια, είναι πως, απ’ τα τόσα περικαλλή γνωρίσματά τους, εμείς κληρονομήσαμε, όχι τα ευειδή και ωραία αλλά τα άσκημα και δυσειδή. Ετσι ή αλλιώς, όμως, τα καμώματά μας μοιάζουν τόσο με τα δικά τους, που μόνο κακόβουλοι μπορούν ν’ αρνηθούν ότι μέσα στο νεοελληνικό κορμί μας κυκλοφορούν τα χρωμοσώματα εκείνων. Οχι μόνο των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και των πολύ κοντινότερών μας Βυζαντινών. Χρωμοσώματα, που θρασομανούν, προπάντων σε στιγμές κρισιμότατες, ακόμα για την υπόστασή μας.


ΤΗΝ ΩΡΑ λ.χ. που μας απειλεί η Ανατολή και η Δύση κωφεύει, την ώρα που μας ανεμοδέρνουν πολλαπλές κοινωνικές και οικονομικές κρίσεις, εμείς τι κάνουμε; Ερίζουμε για φληναφήματα! Ερίζουν τα κόμματα μεταξύ τους και οι κομματικοί συναμετάξυ τους. Ερίζουν ο υπερεθνικιστές με τους «εθνικούς μειοδότες». Ερίζουν οι «φιλοευρωπαίοι» με τους αντιευρωπαϊστές. Ερίζουν οι οικονομικά προνομιούχοι με τους «προνομιούχους» εργασιακά. Ερίζουν οι εκσυγχρονιστές με τους «προεδρικούς». Ερίζουν οι ΕΡΕτικοί με τους αιρετικούς. Ερίζουν οι πάντες για τα πάντα ­ ενώ «τα βήματα των Εριννύων» ζυγώνουν όλο και πιο «βοερά»…


Πώς, λοιπόν, να μην αναγνωρίζουμε σ’ αυτή την εριδο-μανία μας, τα σουσούμια της εριδο-μάστιγας που κατάτρωγε, στους τελευταίους του αιώνες, το προγονικό μας Βυζάντιο;


ΚΑΙ τω καιρώ εκείνω, ο μέγας κίνδυνος κάλπαζε απ’ την Ανατολή ­ οι Τούρκοι, βέβαια, που καταβρόχθιζαν μια-μια τις βυζαντινές επαρχίες στη Μικρασία και στα Βαλκάνια. Απ’ την άλλη, η Δύση (που είχε ήδη αποκαλύψει το απαίσιο ιμπεριαλιστικό πρόσωπό της με την άλωση και τη λεηλασία της Πόλης το 1204 και την κατάκτηση τόσων ελληνικών περιοχών) δεν έπαυε να εποφθαλμιά τα τελευταία απομεινάρια της άλλοτε κραταιάς βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα, όλο θέριευε ο οικονομικός ιμπεριαλισμός της, με πρωτολάτες τους βενετσιάνους και γενοβέζους εμπόρους (τις «πολυεθνικές» της εποχής), που οι ίδιοι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες τους είχαν παραχωρήσει πλήθος προνόμια (να οι «προνομιούχοι», πάλι!), δίνοντάς τους την ευκαιρία ν’ απομυζούν τις στερνές ικμάδες της βυζαντινής οικονομίας.


Και σαν να μην έφταναν αυτά, στα ίδια τα σπλάχνα του κράτους κορυβαντιούσαν η διαφθορά των ηθών και της διοίκησης, η αναποτελεσματικότητα του κρατικού μηχανισμού, η απληστία και η αρπακτικότητα των υπαλλήλων του… Διόλου περίεργο, λοιπόν, που οι βυζαντινοί πληθυσμοί είχαν βυθισθεί σε απόγνωση, και είτε παραδίνονταν σε αδιαφορία για τα κοινά, είτε ξεσηκώνονταν κατά του ανίκανου, έωλου και άδικου κράτους. Για πρώτη φορά στη βυζαντινή ιστορία (εδώ, διαφέρουμε) σημειώνονταν απανωτές λαϊκές εξεγέρσεις, με «αιτήματα» κοινωνικά και οικονομικά (και με απεργίες, βέβαια). Κορυφαία εκδήλωση αυτών των «ανταρσιών», το κίνημα των «ζηλωτών» της Θεσσαλονίκης (1342-49), των πληβείων που στράφηκαν βίαια κι αιματηρά κατά των «δυνατών» (των μεγάλων και προνομιούχων ­ πάλι!), κι εγκαταστήσανε δική τους λαϊκή κυβέρνηση, γι’ αυτό και χαρακτηρίσθηκαν ­ αργότερα ­ «κομμούνα της Θεσσαλονίκης»1… Παρόμοια «κομμουνιστική» (αν και χωρίς τρακτέρ) ήταν και η εξέγερση των αγροτών της Μικρασίας (1416-18), που διακήρυξαν μάλισταν την ισότητα Χριστιανισμού και Ισλαμισμού…


ΚΙ ΟΜΩΣ, στις τραγικές εκείνες ώρες, οι Βυζαντινοί ερίζανε, καλή ώρα! Ερίζανε ακατάσχετα για την Ενωση της Ορθόδοξης με την Καθολική Εκκλησία (άλλη Ενωση, τότε).


Είχαν επιτακτική ανάγκη, φυσικά, τη στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη της Δύσης, για ν’ αποκρούσουν τον οθωμανό επιδρομέα. Αλλα χωρίστηκαν σε ενωτικούς και ανθενωτικούς, που αλληλομάχονταν λυσσαλέα. Οχι μόνο επειδή οι δεύτεροι δεν ξεχνούσαν την εγκληματική συμπεριφορά των Σταυροφόρων και φραγκοκρατών. Οχι μόνοο επειδή δυσφορούσαν, δίκαια, για την άλλη λεηλασία της χώρας απ’ τους ιταλούς εμπόρους. Οχι. Ερίζανε για την εκκλησιαστική πρωτοκαθεδρία που διεκδικούσε το Βατικανό… ερίζανε για το Σύμβολο πίστεως (το περιβόητο Filioque, την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος όχι μόνο από τον Πατέρα αλλά και από τον Υιό, που υποστήριζαν οι λατίνοι και αρνιούνταν οι ορθόδοξοι)…


Και ενώ έβλεπαν τα οσμανλίδικα φοουσάτα να πετσοκόβουν τον άλλοτε «ένδοξο Βυζαντινισμό» και να φτάνουν στις παρυφές της Πόλης, εκείνοι διαδήλωναν πως ο μεγαλύτερος εχθρός τους δεν ήταν οι Τούρκοι αλλά οι Λατίνοι2.


Αν πιστέψουμε, μάλιστα, τον ιστοριογράφο των τελευταίων χρόνων της αυτοκρατορίας, τον Δούκα (1400-62), ο «μέγας δουξ» Λουκάς Νοταράς, ο και «γαμβρός» του αυτοκράτορα αυτοκαλούμενος, έφτασε να πει το (διαβόητο πια): «Καλύτερα να δω καταμεσίς στην Πόλη να βασιλεύει τούρκικο σαρίκι παρά τιάρα λατινική» («Κρειττότερόν εστιν ιδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν»3). Τραγική ειρωνεία: όταν μπήκε ­ και πώς! ­ το τούρκικο σαρίκι στη «βασιλεύουσα», ο πορθητής Μωάμεθ διάταξε κι εκτελέσανε τον «φιλότουρκο» Νοταρά και τους δυο γιους του…


ΔΕΝ ΠΑΡΟΜΟΙΑΖΩ, φυσικά, την απελπιστική κατάσταση του μελλοθάνατου Βυζαντίου με τη τη σημερινή δική μας. Οι καιροί άλλαξαν, η Ελλάδα δεν ψυχορραγεί, οι Τούρκοι δεν είναι ανεξέλεγκτοι, η Ευρώπη, όσο υποκριτικά κι αν φέρεται, δεν κλείνει ολότελα τα μάτια της μπρος στις τουρκικές ιταμότητες ­ προχτές μόλις (30.1), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου καταδίκασε άλλη μια φορά την Αγκυρα (για την απαγόρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος), ακόμα και η, προχτεσινή επίσης, έκθεση του Στέητ Ντηπάρτμεντ στηλίτευσε τα βασανιστήρια, τους εκτοπισμούς, τις απροσχημάτιστες δολοφονίες κλπ. που «αποτελούν συνήθη τακτική των τουρκικών αρχών» ­ έστω κι αν, με το άλλο χέρι, η Ουάσινγκτον ταΐζει και οπλίζει την Αγκυρα.


Πόσα, όμως, χαρακτηριστικά του παρακμασμένου Βυζαντίου δεν επιζούν στη νεοελληνική «κληρονόμο» του; Είναι καλύτερα τα «ήθη» μας, η διοίκησή μας, η αρπακτικότητα τόσων και τόσων κρατούντων; Είναι μικρότερες οι πολιτικές και κομματικές γατο-μυομαχίες για θέματα μηδαμινά ή πλαστά, και η μυωπία μας μπρος στα αληθινά προβλήματα, κοινωνικά, οικονομικά, εθνικά; Πόσο διαφέρουν απ’ τις βυζαντινές βαττολογίες οι τωρινές εθνικιστικές υστερίες εκείνων που κατακεραυνώνουν κάθε ψύχραιμη αντιμετώπιση των προβλημάτων και πλειοδοτούν σε μαξιμαλισμούς και αδιαλλαξίες; Ευτυχώς, όσοι δηλώνουν λ.χ. πως «είναι ευρωπαίοι, αλλά όχι ευρωπαϊστές», δεν φτάνουν σε μοιραία αποφθέγματα όπως του Λ. Νοταρά… και όσοι καταδικάζουν τους χειρισμούς για την προσφυγή λ.χ. στο Δικαστήριο της Χάγης, δεν ανοίγουν κερκόπορτες στα στρατά του Ετζεβίτ και του Ντενκτάς.


Η ζημιά, όμως, που κάνουν δεν είναι αμελητέα. Δεν λέω πως οδηγεί σε άλλην Αλωση. Υπάρχουν, ωστόσο και «μικρές αλώσεις», που ισχναίνουν την ήδη λιπόσαρκη χώρα μας και ναρκοθετούν τις προσπάθειες για κάποιες λογικές, δίκαιες αντετωπίσεις των θεμάτων. Οι μεγάλοι εκτός των τειχών κίνδυνοι και οι μικρές εντός τους «αλώσεις», δεν μπορούν να στομώσουν επιτέλους τους «βυζαντινισμοούς» για «ιδεολογίες» τύπου Filioque και τις αντιζηλίες για θώκους και οφφίκια; Ολοι αυτοί δεν συνειδητοποιούν τι τρύπες ανοίγουν στα ύφαλα του καραβιού; Ή μήπως παρηγοριούνται με το τραγούδι των Ελλήνων του Πόντου, μετά την άλωση:


«Η Ρωμανία [το Βυζάντιο] κι αν πάρθηκεν,


ανθεί και φέρει κι άλλα»


Θ’ ανθήσει, όμως; Και τι θα (μας και τους) φέρει;


1. Γ. Κορδάτου, Η κομμούνα της Θεσσαλονίκης, 1928, 1975 (Επικαιρότητα).- 2. Για το θέμα βλ. πρόσφατα, στα ελληνικά: Κ. Γιαννακόπουλου, Βυζαντινή Ανατολή και Λατινική Δύση, Εστία, 1966. Αρχιεπισκ. Θυατείρων και Μ. Βρετανίας Μεθοδίου, Η Εκκλησιαστική αντιπαράθεσις Ελλήνων και Λατίνων, 1990. Γενικότερα: Η. Ahrweiler, Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μετάφρ. Δ. Δρακοπούλου, Ψυχογιός, 1977.- 3. Ιστορία, 329.