Τα στατιστικά στοιχεία της Σοφοκλέους είναι σήμερα μάλλον αδύναμα να καταδείξουν τη ζημιά που έγινε τις τελευταίες 15 ημέρες με αφορμή τη δίωξη του κ. Σ. Κόκκαλη και τις «παράπλευρες συνέπειες» στην οικονομία και στην αγορά. Από την ημέρα της δίωξης ο δείκτης (γενικός και μεγάλης κεφαλαιοποίησης, δηλαδή των blue chips της ελληνικής οικονομίας) έχασε περίπου το 6,5%. Από 1ης Φεβρουαρίου έχασε στο σύνολό του 10%, ίσως γιατί η αγορά διαισθάνεται συνήθως γρηγορότερα την καταιγίδα που έρχεται. Το σκηνικό αυτό της απότομης πτώσης θα ήταν, κατά κοινή ομολογία όλων όσοι ασχολούνται (ακόμη!) με τη Σοφοκλέους, πολύ χειρότερο αν το ΧΑΑ δεν είχε διανύσει μια πτωτική πορεία, με μικρά διαλείμματα, δύο ετών και πλέον και δεν είχε φθάσει σε επίπεδα πλήρους απαξίωσης όσον αφορά τις συναλλαγές κατ’ αρχάς και τις τιμές μετοχών έπειτα. Στο μαύρο σκηνικό ήρθε την προηγούμενη Πέμπτη να προστεθεί η ολοκλήρωση της εικόνας των ισολογισμών του 2001, γεγονός που, πέραν του ότι εμπέδωσε την αίσθηση της «καμένης γης» που άφησε η τελευταία διετία στη συντριπτική πλειονότητα των μικρών και μεσαίων εισηγμένων ομίλων ή εταιρειών στο ΧΑΑ, ταυτοχρόνως απομυθοποίησε και τις περίφημες δυναμικές επιχειρήσεις της ισχυρής Ελλάδας: τράπεζες, τηλεπικοινωνίες (πλην εξαιρέσεων), βιομηχανίες.
Την εικόνα της αδυναμίας των εταιρειών για το 2001, όπως καθρεφτίζεται στους ισολογισμούς, τη γνώριζε τόσο η αγορά όσο και η κυβέρνηση, η οποία μάλλον ανεπιτυχώς έσπευσε να την «μπαλώσει» με διάφορα μέτρα λογιστικού περιεχομένου στο νομοσχέδιο που συζητήθηκε την εβδομάδα που πέρασε. Οι αγορές «προεξοφλούν» πάντοτε τα καλά ή τα άσχημα νέα και οι ξένοι χρηματοοικονομικοί οίκοι μαζί με τους έλληνες αναλυτές είχαν σαφέστατη αίσθηση των δυσμενών αποτελεσμάτων.
Το «βαρύ χτύπημα» στη Σοφοκλέους επήλθε από την ημέρα της δίωξης Κόκκαλη και φυσικά δεν αποτυπώθηκε μόνο στις εταιρείες συμφερόντων του ή σε συνδεδεμένες με τον όμιλό του (έχασαν περίπου το 25% κατά μέσον όρο των αποτιμήσεών τους η μητρική και οι θυγατρικές και από 5% ως 15% οι συνδεδεμένες).
Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις έγινε η δίωξη αυτή ταυτοχρόνως σχεδόν με την πτώση των μετοχών του ομίλου άρχισε να αναπτύσσεται μια φιλολογία κατά επιχειρηματιών όπως ο κ. Ε. Μυτιληναίος, ο κ. Κ. Σαραντόπουλος κ.ά., με αποτέλεσμα να πιεστούν και οι μετοχές τους. Στοιχεία εναντίον των επιχειρηματιών αυτών δεν έχουν εμφανισθεί ως σήμερα πουθενά, επωνύμως τουλάχιστον. Εξίσου χαρακτηριστική είναι η μεγάλη πτώση για ορισμένο χρονικό διάστημα της μετοχής της εφημερίδας «Καθημερινή» την ημέρα της αναγγελίας της εισαγγελικής έρευνας για τις επενδύσεις της στη ναυτιλία.
«Οσο θα διατηρείται η φημολογία αυτού του είδους τόσο πιο ευάλωτο θα είναι το Χρηματιστήριο. Είχαμε ζήσει την εποχή των θρυλικών “εισαγγελόχαρτων”, μόνο που τότε οι εταιρείες που είχαν δικαστικές εμπλοκές ήταν μικρές ή έστω μερικές μεσαίες. Τώρα θα ζήσουμε μια νέα τέτοια κατάσταση πολύ πιο δύσκολη, με πρωταγωνιστές σχεδόν το 1/3 των blue chips του ελληνικού ΧΑΑ» υποστηρίζει χρηματιστηριακός παράγων.
Ο κίνδυνος όμως για την ελληνική αγορά, όπως περιγράφουν τόσο τραπεζικά στελέχη όσο και μέλη του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης, δεν έχει στην πραγματικότητα ακόμη εμφανιστεί. Ιδού πώς περιγράφεται από ένα εξ αυτών: «Δυστυχώς το ζήτημα πλέον δεν εντοπίζεται μόνο στην απουσία των ελλήνων επενδυτών από την αγορά. Αυτή είναι δεδομένη εδώ και μερικούς μήνες με μικρές… παρουσίες για γρήγορα κέρδη και γενικώς ένα “τυφλό trading” που είτε απέδωσε σε εκείνους είτε τους έκαψε τα χέρια. Το πρόβλημα τώρα εντοπίζεται στον κίνδυνο μαζικής φυγής των ήδη τοποθετημένων ξένων κεφαλαίων στην αγορά. Ενα δείγμα μιας τέτοιας εφιαλτικής περίπτωσης εμφανίστηκε στην αγορά την προηγούμενη Πέμπτη. Οι ξένοι βλέπουν ανωμαλία στη χώρα και πολιτική ανισορροπία τις τελευταίες ημέρες. Σε συνδυασμό με τη σταδιακή βελτίωση των ξένων αγορών, γιατί να κάτσουν να δουν τα χειρότερα στο ΧΑΑ;».
Πράγματι οι πωλήσεις, κυρίως στον τραπεζικό κλάδο, την προηγούμενη Πέμπτη, ημέρα ανακοινώσεων πολλών αποτελεσμάτων εταιρειών αλλά και τραπεζών, προέρχονταν από ξένους θεσμικούς επενδυτές. Ταυτόχρονα με τον κίνδυνο αυτόν οι ίδιες πηγές παρατηρούν μια σαφή σταδιακή στροφή όχι μόνο των μεσαίων ή των μεγάλων ελλήνων επενδυτών προς τις ξένες αγορές αλλά ακόμη και των μικρών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μία εκ των μεγαλυτέρων χρηματιστηριακών εταιρειών, θυγατρική τράπεζας, ανοίγει κάθε ημέρα περί τους 30 κωδικούς για αγορά ξένων μετοχών από μικρούς σχετικά έλληνες επενδυτές για ποσά της τάξεως των 5-7 εκατ. δρχ. Ο αριθμός αυτός είναι ενδεικτικός αφού πρόκειται για μία χρηματιστηριακή εταιρεία αλλά φανερώνει την τάση φυγής και αναζήτησης νέων επενδυτικών ευκαιριών των μικροεπενδυτών στο εξωτερικό. Στέλεχος της χρηματιστηριακής αυτής αποκαλύπτει ότι «πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους, μικροεπενδυτές που όπως έβαζαν τις οικονομίες τους στη Σοφοκλέους σταδιακά από το 1998 κάνουν τώρα το ίδιο δειλά δειλά στις ξένες αγορές». Την τάση αυτή φυσικά όχι μόνο δεν την εμποδίζουν αλλά την προωθούν με όλους τους τρόπους οι τράπεζες (και λογικά) στο πλαίσιο ενός εξαιρετικά σκληρού ανταγωνισμού. Για αρκετές από αυτές μάλιστα θα αποτελέσει και πεδίο προβολής των υπηρεσιών που προσφέρουν.
Ετσι το δυσμενές αυτό κλίμα που δημιούργησε ο ανηλεής επιχειρηματικός πόλεμος των τελευταίων ημερών αναμένεται τώρα (από κυβέρνηση και αγορά) να μεταφερθεί στο πεδίο άσκησης οικονομικής πολιτικής. Τώρα θα είναι ευκολότερο να εμφανιστεί ένας διαγωνισμός ως διαβλητός και μια διαρθρωτική αλλαγή να «σκαλώσει» σε κάποιες καταγγελίες ή δημοσιεύματα. Δικαίως ή αδίκως το κλίμα των ημερών και η επιτυχία που είχαν όσοι το κατασκεύασαν ανοίγουν την όρεξη για νέες περιπέτειες και κυρίως για την ακύρωση όλων όσα, έστω και με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, επιχειρεί να προωθήσει η κυβέρνηση.
