Θα μπορούσε να πάει κανείς με το πλοίο της γραμμής από τον Πειραιά στην Ουγκάντα; Τι θα γινόταν αν είχε για συνταξιδιώτες του μερικούς «κουμπουράδες» και «σωματεμπόρους»; Οι τοπικές ετερότητες της κοινωνίας βρίσκουν διέξοδο στο ελληνικό λεξιλόγιο, εντός και εκτός γηπέδων…



Πώς θα μπορούσε κανείς να φθάσει σε λιγότερο από μία ώρα από τη Λάρισα στην Αυστρία, με τρένο ή με αυτοκίνητο; Θα μπορούσαμε άραγε να καταλήξουμε στην Ουγκάντα παίρνοντας απλώς το πλοίο της γραμμής από το λιμάνι του Πειραιά; Κι όμως υπάρχουν συμπολίτες μας που κάνουν αυτές τις διαδρομές καθημερινά. Ισως μάλιστα να έχουμε ακολουθήσει και οι ίδιοι τα συγκεκριμένα δρομολόγια και μάλιστα κατ’ εξακολούθησιν!


Από τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης του ελληνικού κράτους, κατά την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα, παράλληλα με τις προσπάθειες της κεντρικής εξουσίας να εδραιώσει τη θέση της αναπτύχθηκαν και μια σειρά ετερότητες στις τάξεις του πληθυσμού δίδοντας ευκαιρία στην έκφραση περισσότερο ή λιγότερο έντονων ανταγωνισμών. Τα τραύματα από τις εμφύλιες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης ήταν ακόμη ζωντανά… Η περιορισμένη έκταση του νεογέννητου κράτους μοιραία οδήγησε σε μια εκ νέου διαίρεση των πληθυσμών με ελληνική εθνική συνείδηση σε αυτόχθονες και σε ετερόχθονες, όπου ετερόχθονες οι αποκλεισμένοι από τα σύνορα της Ελλάδας ελληνόφωνοι υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η έλευση των προσφύγων μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών έκανε τους Ελλαδίτες να αντιμετωπίσουν αρχικά με καχυποψία τους νεοφερμένους ενώ το τέλος του εμφυλίου που ακολούθησε την κατοχή και την απελευθέρωση μοίρασε για άλλη μία φορά τον πληθυσμό, στη βάση πολιτικών πλέον κριτηρίων, σε «εθνικόφρονες» και σε «μιάσματα».


Οι αντιπαλότητες και η σάτιρα


Παράλληλα με τις παραπάνω ομαδοποιήσεις, τις οποίες το κράτος κατά περίπτωση ασπαζόταν ή απέρριπτε, αναπτύχθηκαν και μια σειρά προσδιορισμοί που εξέφραζαν τοπικές αντιπαλότητες και ανταγωνισμούς ή άλλες φορές απλώς τη λαϊκή διάθεση για σάτιρα, έστω και με δηκτική μορφή. Ο αντίκτυπος των προσδιορισμών αυτών από τον χώρο του νεοελληνικού λεξιλογίου παρέμεινε ως σήμερα περιορισμένος και η υφή τους σταθεροποιήθηκε στο πεδίο των αθώων πειραγμάτων. Η σταχυολόγηση τέτοιων χαρακτηρισμών θα απέβαινε μακρά αν μελετούσαμε διεξοδικά τον γλωσσικό πλούτο των τοπικών κοινωνιών: Αυστριακοί (οι Βολιώτες), βλάχοι (οι αγροτικοί πληθυσμοί της Θεσσαλίας και μέρους της Στερεάς, με αναγωγή στην ομώνυμη εθνοτική ομάδα), γκάγκαροι (οι Αθηναίοι), καλαμαράδες (οι Ελλαδίτες σύμφωνα με τους Κυπρίους), κοπέλια (οι Κρητικοί), κουμπάροι (οι Κύπριοι σύμφωνα με τους Ελλαδίτες), μαουνιέρηδες (οι Πειραιώτες), μινάρες (οι Πατρινοί), νεραντζόκωλοι (οι κάτοικοι της Αρτας), παγουράδες (οι κάτοικοι των Ιωαννίνων), σακαφλιάδες (οι Τρικαλινοί), σαρδελάδες (οι κάτοικοι της Πρέβεζας), σκορδάδες-Σκορδία (οι Τριπολιτσιώτες και η Τρίπολη αντίστοιχα), σούρδοι-Σουρδία (οι κάτοικοι της Κοζάνης), σύκα ή σωματέμποροι (οι Καλαματιανοί).


Η ορολογία των γηπέδων


Η προέλευση όλων αυτών των ονομασιών χάνεται στο βάθος της Ιστορίας και οι λαογράφοι τις περισσότερες φορές μπόρεσαν να τις συνδέσουν με λαϊκούς θρύλους, με την παραγωγή συγκεκριμένων αγροτικών προϊόντων χαρακτηριστικών της εκάστοτε περιοχής ή με κάποιες δραστηριότητες των κατοίκων της. Οι ανταγωνισμοί μεταξύ γειτονικών περιοχών, όπως μεταξύ Λάρισας και Βόλου, δίνουν συχνά το έναυσμα στην έκφραση σκωπτικών διαθέσεων στο πεδίο της γλώσσας.


Τα πράγματα όμως δεν παραμένουν στο επίπεδο της, έστω και κακεντρεχούς, αθωότητας όταν έχουμε να κάνουμε με οπαδούς ομάδων και με τις εβδομαδιαίες μονομαχίες στα γήπεδα του ποδοσφαίρου και του μπάσκετ. Κοντά στους γαύρους, τα χανούμια και τους βάζελους, ο προσδιορισμός Βούλγαροι, όχι χωρίς να συναντήσει αντιδράσεις, έφθασε να ξεπερνά την ταυτοτική σχέση του με τους οπαδούς της ομάδας του ΠΑΟΚ και να συνοδεύει όλους τους κατοίκους της συμπρωτεύουσας, σύμφωνα με το πολεμικό λεξιλόγιο των γηπέδων. Από την άλλη πλευρά, παρόμοια σκληρή λεκτικά στάση κρατούν και οι οπαδοί του εν λόγω συλλόγου αποκαλώντας τους γείτονές τους Αρειανούς σκουλήκια


Τέλος, η στρατιωτική ζωή των ελλήνων πολιτών προσφέρει κάποτε τα μέγιστα στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου τους. Μια μετάθεση μπορεί να φέρει τον έφεδρο στην Γκασμαδία (Λέσβο), στην Γκατζολία (Θράκη), στην Μποχαλία (Κω), παρέα με τους τσαμπίκους στη Ρόδο ή τους ούριους στη Χίο. Και άντε μετά να αποδείξει κανείς ότι η Ουγκάντα (Σάμος) αποτελεί νησί του Αιγαίου!


Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία


Τα στερεότυπα που φθάνουν στο σημείο να περιγράφουν τις συνήθειες ή το νοοτροπιακό επίπεδο των κατοίκων μιας περιοχής συχνά καταντούν βασανιστικά για τους ίδιους. Δεν είναι ό,τι πιο ευχάριστο να είναι κανείς «παιδεραστής» από τον Πύργο της Ηλείας ούτε «χαζός» εξαιτίας της ποντιακής καταγωγής του. Τι αντίκτυπο όμως μπορούν να έχει μια τέτοια αβάσιμη τελικά πίστη στο επίπεδο της καθημερινής ζωής; Ιδιαίτερα στη δεκαετία του ’90, όταν οι Ελληνες ανακάλυψαν τον Αλλο στο πρόσωπο των μεταναστών που παρεπιδημούν στις πόλεις τους; Το χωνευτήρι των μεγάλων πόλεων εξοβέλισε την παραδοσιακή σκωπτική διάθεση των τοπικών κοινωνιών στον χώρο των γηπέδων. Αλίμονο, όμως, γέννησε τάσεις λανθάνοντος ρατσισμού και ξενοφοβίας.


Ας μη φθάσουμε βέβαια να μιλάμε για αυτού του είδους τη σατιρική διάθεση ως άλλο ένα από τα χαρακτηριστικά της «φυλής» μας, η οποία βέβαια βρίσκεται πάντα ενωμένη μπρος σε περιπτώσεις σοβαρών εσωτερικών ή εξωτερικών κινδύνων. Την ίδια διάθεση έχουν και οι Λονδρέζοι όταν αποκαλούν τους κατοίκους του Λίβερπουλ υποτιμητικά scousers και τους οπαδούς της ομώνυμης ομάδας «μαχαιροβγάλτες»… Τέτοια στερεότυπα αναπτύσσονται σχεδόν σε κάθε κοινωνία και έγκειται στην τελευταία αν θα τα αποδεχθεί και με ποιον τρόπο θα τα χρησιμοποιήσει…