Πώς οι νέοι αστυνομικοί προετοιμάζονται για να προστατεύσουν αποτελεσματικά εμάς και τους εαυτούς τους στο μεγαλύτερο εκπαιδευτικό κέντρο από τα οκτώ συνολικά που υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα
Είναι 8.30 το πρωί όταν φθάνουμε στη Σχολή Αστυφυλάκων στην Αμυγδαλέζα Αττικής. Ο φρουρός της πύλης κρατάει τις ταυτότητές μας και μας αφήνει να περάσουμε. Η σχολή αυτή είναι η μεγαλύτερη από τις οκτώ συνολικά σχολές αστυφυλάκων που υπάρχουν σε ολόκληρη την Ελλάδα. Εδώ μαθητεύουν, προετοιμάζονται και εκπαιδεύονται οι νέοι αστυνομικοί, προκειμένου να είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις αυτού του επαγγέλματος, προκειμένου με λίγα λόγια να βγουν εκεί έξω και να προστατεύσουν αποτελεσματικά τόσο τη ζωή και την περιουσία των πολιτών όσο και τον εαυτό τους.
Τι ακριβώς περιλαμβάνει η εκπαίδευση αυτή; Κατά πόσον προετοιμάζει επαρκώς τα νέα αυτά παιδιά για τις παγίδες και τους κινδύνους που τα περιμένουν στην άγρια πραγματικότητα των δρόμων; Πόσο ανταποκρίνεται στις συνεχείς μεταλλάξεις του οργανωμένου εγκλήματος;
Ενα πρωινό κοντά στους πρωτοετείς της σχολής μάς έδωσε την ευκαιρία να λύσουμε πολλές από αυτές τις απορίες.
Το επάγγελμα του αστυνομικού είναι ένα επάγγελμα δύσκολο και, ύστερα από την πρόσφατη άνοδο της εγκληματικότητας, ένα επάγγελμα πολύ επικίνδυνο. Οι δρόμοι της πόλης όσο περνάει ο καιρός μεταλλάσσονται σε μια ζοφερή ζούγκλα, στην οποία δεν υπάρχουν κανόνες και τα χτυπήματα κάτω από τη μέση είναι κοινή πρακτική. Οι αστυνομικοί καλούνται να επιβάλλουν τον νόμο και την τάξη μέσα σε μια πραγματικότητα που δεν αναγνωρίζει αυτές τις έννοιες. Μέσα σε μια κοινωνία που γίνεται όλο και πιο άγρια, αυτοί οι νέοι άνθρωποι με βασικό εφόδιο μια τριετή εκπαίδευση καλούνται να προστατεύσουν τα χωριά και τις μεγαλουπόλεις από την εγκληματική δραστηριότητα κακοποιών, που όσο πάει γίνονται και πιο επαγγελματίες.
Ως πριν από λίγον καιρό μάς άρεσε να υπερηφανευόμαστε στους φίλους μας που έρχονταν από το εξωτερικό πως οι Ελληνες είναι ο πιο πολιτισμένος λαός του κόσμου. Ως απόδειξη αυτού του αυθαίρετου αξιώματος φέρναμε το γεγονός πως η Αθήνα ήταν η μοναδική μητρόπολη έξι εκατομμυρίων κατοίκων στον κόσμο στην οποία μπορούσε οποιοσδήποτε, άντρας ή γυναίκα, να κυκλοφορήσει ανενόχλητος, οποιαδήποτε στιγμή της μέρας ή της νύχτας. Μπορεί να μην κοιμόμασταν πια με τις πόρτες ανοιχτές όπως έκαναν ως και τη δεκαετία του ’60 αλλά οι δρόμοι της πόλης μάς ανήκαν, ήταν δικοί μας, όπως ήταν και τα πάρκα της, οι πλατείες της, τα πεζοδρόμιά της, οι αμαρτωλές γωνιές της. Μπορούσαμε να βγούμε εκεί έξω και να εργαστούμε, να κάνουμε βόλτες, να παίξουμε ή να παραστρατήσουμε χωρίς το συναίσθημα του φόβου να παγώνει τα βήματά μας και τις διαθέσεις μας. Δεν ήταν ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος αλλά ήταν ένας κόσμος που δεν μας τρόμαζε. Μας άρεσε επίσης να τονίζουμε πως όλα αυτά συνέβαιναν παρά το γεγονός πως είχαμε ενσωματώσει στην κοινωνία μας το πιο καταπιεσμένο, το πιο εγκληματικό, το πιο απελπισμένο κομμάτι του πρώην ανατολικού μπλοκ, τους Αλβανούς.
Η αύξηση της εγκληματικότητας
Ολα αυτά ως πέρυσι. Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει και εμείς καταλαβαίνουμε σιγά σιγά πως οι δρόμοι της πόλης δεν μας ανήκουν πλέον. Φόνοι, ληστείες, απαγωγές, δολοφονίες είναι το καθημερινό μενού με το οποίο μας ταΐζουν τα δελτία ειδήσεων και ο κόσμος γύρω μας δεν είναι πια ασφαλής. Η ζωή έχει γίνει ένα τρενάκι του τρόμου και εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αναρωτιόμαστε αν η αυτοπροστασία είναι συνώνυμη της αυτοδικίας.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης και το άνοιγμα των συνόρων της Ανατολικής Ευρώπης είχαν αποτέλεσμα ένα τεράστιο παλιρροϊακό κύμα λαθρομεταναστών, ο βασικός παρονομαστής των οποίων ήταν το γεγονός ότι δεν είχαν τίποτε να χάσουν και οι οποίοι συνέβαλαν αποφασιστικά στην αύξηση της εγκληματικότητας. Παλιότερα όταν κατεβαίναμε στην Ομόνοια οι άνθρωποι γύρω μας μιλούσαν ελληνικά. Σήμερα το κομμάτι της Αγίου Κωνσταντίνου, στο ύψος της διασταύρωσης με την οδό Μενάνδρου, ονομάζεται τα Μικρά Τίρανα, στο δεξιό πεζοδρόμιο της οδού Αθηνάς ως το Δημαρχείο ακούς μόνο Κουρδικά και το κομμάτι της πλατείας κάτω από το ξενοδοχείο Ομόνοια θα μπορούσε να το αποκαλέσει κανείς Βουκουρέστι της Μεσογείου.
Από την άλλη συμβαίνει μια άλλη αλλαγή, πιο επικίνδυνη και πιο υπόγεια, που αφορά την ψυχοσύνθεσή μας. Αν η αύξηση της εγκληματικότητας αφορούσε μόνο τους λαθρομετανάστες, θα ήταν απλώς ένα εισαγόμενο φαινόμενο. Αλλά αν είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να παραδεχθούμε ότι τα πιο στυγερά εγκλήματα γίνονται από συμπατριώτες μας και ότι πολλά από τα εγκλήματα που αποδίδονται σε λαθρομετανάστες τα κάνουν Ελληνες.
Μέσα σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα οι αστυνομικοί καλούνται να επιβάλλουν την τάξη και να μας προστατεύουν από τις πολυεθνικές και τις εγχώριες μαφίες του εγκλήματος, όταν βέβαια, όπως δυστυχώς συμβαίνει κάποιες φορές, δεν συμμετέχουν σε αυτό. Είναι μια αποστολή γεμάτη δυσκολίες, κακοτοπιές, κινδύνους και καμιά φορά είναι μια αποστολή μοιραία. Είναι μια αποστολή που απαιτεί κότσια, αφοσίωση, ταλέντο και κυρίως απαιτεί σωστή εκπαίδευση. Αυτή ακριβώς την εκπαίδευση αναλαμβάνουν να προσφέρουν στους μελλοντικούς αστυνομικούς οι σχολές αστυφυλάκων.
Στους πρόποδες της Πάρνηθας, οι εγκαταστάσεις της σχολής της Αμυγδαλέζας μοιάζουν με κάτι ανάμεσα σε στρατόπεδο και κολέγιο. Σε τρία κτίρια, που η αρχιτεκτονική τους θυμίζει λίγο δημόσια νοσοκομεία της δεκαετίας του ’70, οι μαθητές της σχολής παρακολουθούν τα μαθήματά τους, ασκούνται, κοιμούνται και περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους στις γύρω αθλητικές εγκαταστάσεις και στο κυλικείο. Η σχολή ιδρύθηκε και λειτουργεί από το 1984, μετά την κατάργηση ως και συγχώνευση των Σωμάτων Αστυνομίας Πόλεων και Χωροφυλακής και υπάγεται στην Αστυνομική Ακαδημία. Οι υποψήφιοι, άντρες και γυναίκες, από το 1995, εισάγονται μέσω των Γενικών Πανελληνίων Εξετάσεων, αφού προηγουμένως περάσουν κάποια τεστ (υγειονομικά, αθλητικά και ψυχοτεχνικά).
Τι είναι αυτό που κάνει όμως έναν νέο άνθρωπο να θέλει να γίνει αστυνομικός, πέρα ίσως από τον νεανικό ενθουσιασμό για ένα επάγγελμα περιπετειώδες, που θυμίζει έντονα τα παιδικά παιχνίδια του τύπου κλέφτες και αστυνόμοι; Οι περισσότεροι από τους μαθητές με τους οποίους μιλήσαμε μάς είπαν πως αποφάσισαν να γίνουν αστυνομικοί ελπίζοντας σε μια σίγουρη επαγγελματική αποκατάσταση. Δεν τους διέφευγε το γεγονός πως οι απόφοιτοι της σχολής, αντίθετα με τους αποφοίτους άλλων σχολών, έχουν σίγουρη την επαγγελματική τους απασχόληση μετά την αποφοίτησή τους. Εκτός αυτού και ιδιαίτερα για τα αγόρια η σχολή αυτή είναι μια ευκαιρία να εκπληρώσουν τη στρατιωτική τους εκπαίδευση μαζί με την επαγγελματική τους.
Κοιτάζοντας τα παιδικά ακόμη πρόσωπα των πρωτοετών είναι λίγο δύσκολο να πιστέψεις πως σε λιγότερο από τρία χρόνια αυτά τα παιδιά θα βγουν εκεί έξω αληθινοί αστυνομικοί, για να τα βάλουν με αληθινούς κλέφτες.
Η επίσκεψή μας στη σχολή αρχίζει από το μάθημα της Αυτοάμυνας – Αυτοπροστασίας, που διδάσκεται και στα τρία χρόνια της φοίτησης και είναι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της εκπαίδευσης και ένα από τα πιο αγαπημένα μαθήματα των σπουδαστών. Σήμερα ένα τμήμα μαθητών μαθαίνει να σταματάει και να πλησιάζει ένα ύποπτο αυτοκίνητο. Αυτή η διαδικασία, που σε μας φαίνεται απλή, περιλαμβάνει ολόκληρη χορογραφία και σύστημα κανόνων που σκοπό έχουν να διδάξουν τους μαθητές τον ασφαλέστερο τρόπο για να αντιμετωπίσουν ένα περιστατικό που θα τους συμβεί αρκετά συχνά όταν αποφοιτήσουν.
Γυμναστική και αυτοπροστασία
Δύο δύο οι μαθητές κατεβαίνουν από ένα περιπολικό και πλησιάζουν το όχημα από πίσω, φροντίζοντας να παραμένουν όσο το δυνατόν καλυμμένοι, ενώ ταυτόχρονα ζητούν τα χαρτιά των επιβατών. Ο καθηγητής τούς παρακολουθεί, τους επισημαίνει τα λάθη τους και φροντίζει να επαναλάβουν τη διαδικασία ώσπου να τη μάθουν σωστά. Βέβαια γνωρίζουν πως όσο πιστά και αν ακολουθούν τους κανόνες, όταν βρεθούν αντιμέτωποι με αδίστακτους ληστές, όπως συνέβη πρόσφατα στους αστυνομικούς που προσπάθησαν να σταματήσουν στην Καλλιθέα τους αδελφούς Βλαστού, μόνο ένα θαύμα μπορεί να τους σώσει.
Στη συνέχεια περνούμε στο γυμναστήριο, μέσα στο οποίο η ατμόσφαιρα είναι θολή από τις αναθυμιάσεις της τεστοστερόνης. Στην αρχή το όλο θέαμα μοιάζει με ένα φυσιολογικό γυμναστήριο αλλά μια δεύτερη ματιά μάς αποκαλύπτει πως πρόκειται για κάτι παραπάνω. Ενας μαθητής ρίχνει γροθιές σε έναν σάκο πυγμαχίας, δύο άλλοι επιδίδονται σε έναν φιλικό αγώνα μποξ, λίγο πιο πέρα κάποιος αρπάζει κάποιον και του περνάει χειροπέδες, ένας άλλος χτυπάει με κλομπ έναν συμμαθητή του που προστατεύεται με ειδικές ασπίδες, δίπλα τους δυο άλλοι μαθαίνουν να προτείνουν τα όπλα τους και να πυροβολούν, ενώ ταυτόχρονα κάνουν εντυπωσιακές φιγούρες στο πάτωμα. Ολα αυτά φέρνουν στον νου αστυνομικές ταινίες και σκηνές από ειδήσεις. Εδώ μέσα καταλαβαίνεις την ιδιαιτερότητα αυτής της σχολής. Γιατί όπως και να το κάνουμε έχει μιαν ιδιαιτερότητα το να διδάσκεις κάποιον να χτυπάει με κλομπ ή να πυροβολεί σωστά. Αν πάλι δεν τον διδάξεις να το κάνει σωστά, αυτός ο άνθρωπος δεν θα είναι ικανός να κάνει καλά τη δουλειά του.
Σε μιαν από τις τάξεις περιμένουν τους μαθητές οι ολοκαίνουργιοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, που αποτελούν τμήμα της προσπάθειας της σχολής να εκσυγχρονιστεί και να συντονιστεί με τις νέες εξελίξεις.
Σε μιαν άλλη οι μαθήτριες παρακολουθούν τα θεωρητικά τους μαθήματα που περιλαμβάνουν από ελληνική φιλολογία ως στοιχεία κοινωνιολογίας και ψυχολογίας.
Στους θαλάμους των κοριτσιών μάς κάνει εντύπωση η στρατιωτική τάξη με την οποία είναι στρωμένα τα κρεβάτια, με τα μπλε πηλίκια πάνω στις άψογα διπλωμένες κουβέρτες. Παρ’ ότι η παρουσία των κοριτσιών ελαφραίνει σημαντικά τη μιλιταριστική ατμόσφαιρα της σχολής, η στρατιωτική πειθαρχία είναι και στην περίπτωσή τους υποδειγματική. Οταν τα βλέπεις να χαιρετούν με κοφτές κινήσεις τους ανωτέρους τους, ξαφνικά φαίνονται πιο ώριμα από τα υπόλοιπα κορίτσια της ηλικίας τους. Αυτά τα κορίτσια μαθαίνουν να χειρίζονται τα όπλα, όταν οι συνομήλικές τους μαθαίνουν να χειρίζονται τα όπλα της γοητείας τους.
Αφήνοντας τις αίθουσες διδασκαλίας κατευθυνόμαστε προς το υπαίθριο σκοπευτήριο που θυμίζει πεδίο βολής.
Εδώ οι σπουδαστές εκπαιδεύονται στη σκοποβολή με πραγματικά πυρά, όσο τουλάχιστον τους επιτρέπει ο κανονισμός, που υπαγορεύει περιορισμένο αριθμό σφαιρών για κάθε μαθητή στη διάρκεια της φοίτησής του. Παρ’ ότι ο συνεχιζόμενος εκσυγχρονισμός του οπλοστασίου των κακοποιών απαιτεί συνεχή εξάσκηση στον χειρισμό των όπλων, μετά την αποφοίτησή τους από τη σχολή οι αστυνομικοί που θέλουν να συνεχίσουν να εξασκούνται στη σκοποβολή σε ιδιωτικά σκοπευτήρια πρέπει να πληρώσουν οι ίδιοι τις σφαίρες. Το σκοπευτήριο μάς θύμισε και το βασικό παράπονο που εξέφρασαν οι μαθητές όσον αφορά τη σχολή στην Αμυγδαλέζα, που είναι το όχι και τόσο υψηλό επίπεδο των εγκαταστάσεων.
Ενα άλλο παράπονο των μαθητών αγγίζει ένα πολύ μεγάλο θέμα, που είναι οι σχέσεις όλων εμάς των πολιτών με τους αστυνομικούς. Μια σχέση δύσκολη, γεμάτη αντιφάσεις, παλιές ιδεολογικές έχθρες και αναμνήσεις από διαφορετικές εποχές, όταν βασική απασχόληση της Αστυνομίας δεν ήταν η πάταξη της εγκληματικότητας αλλά η πάταξη των αριστερών.
Παραπονούνται επίσης πως τα ΜΜΕ τονίζουν μόνο τις αρνητικές πλευρές των αστυνομικών, χωρίς να ασχολούνται καθόλου με τις θετικές τους. Οτι μιλούν μόνο για τη διαφθορά στους κύκλους της Αστυνομίας ξεχνώντας πως η διαφθορά είναι διάσπαρτη παντού. Τονίζουν πως η Αστυνομία είναι ο μοναδικός δημόσιος φορέας με σύστημα αυτοκάθαρσης. Λένε πως είναι άδικο να κατηγορούν τους αστυνομικούς για οτιδήποτε συμβαίνει εκεί έξω, ενώ η Αστυνομία είναι αναπόσπαστο στοιχείο μιας σύγχρονης κοινωνίας.
Οπως και να το κάνουμε τα πράγματα αλλάζουν και μαζί με αυτά αλλάζει και ο ρόλος των αστυνομικών μέσα στην κοινωνία. Και οι μαθητές συμφωνούν πως είναι μια αλλαγή απαραίτητη και αναπόφευκτη. Οπως εμείς αρχίζουμε να βλέπουμε τους αστυνομικούς με άλλο μάτι, έτσι και οι αστυνομικοί αρχίζουν να μας αντιμετωπίζουν με έναν άλλον τρόπο. Οπως εμείς ξεπερνούμε σιγά σιγά το «μίσος για τον μπάτσο» που μας κληροδοτήθηκε από την εποχή που οι αστυνομικοί, αντί να μας προστατεύουν, μας καταδίωκαν και μας αστυνόμευαν, έτσι και εκείνοι συνειδητοποιούν αργά αργά πως ρόλος τους δεν είναι να το «παίζουν εξουσία», πως ουσιαστικά είναι στην υπηρεσία των πολιτών και καθήκον τους είναι να προστατεύσουν τη ζωή και την περιουσία αυτών των πολιτών και πως εν πάση περιπτώσει είναι με τα χρήματα αυτών των πολιτών που πληρώνονται οι ομολογουμένως όχι και τόσο υψηλοί μισθοί τους.
Μετά την εκπαίδευση
Η αλήθεια είναι πως τίποτε μέσα στη σχολή ή στους μαθητές της δεν μας προετοιμάζει γι’ αυτό που βλέπουμε αργότερα σε περιπτώσεις αντιπαράθεσης αστυνομικών και πολιτών, όπως για παράδειγμα σε μεγάλες διαδηλώσεις, στις οποίες η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο καθήκον και στον υπερβάλλοντα ζήλο εύκολα ανατρέπεται. Και αυτό ίσως να σημαίνει πως πραγματικός αστυνομικός γίνεται κανείς στους δρόμους και όχι στη σχολή. Εκεί θα βάλει σε πρακτική εφαρμογή όσα διδάχθηκε εδώ, εκεί θα ανακαλύψει τα όριά του, εκεί θα καταλάβει την πραγματική φύση του αστυνομικού επαγγέλματος και εκεί θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του και την προσωπική του αξία.
Μετά το τέλος της εκπαίδευσης, οι πέντε πρώτοι μαθητές της σχολής εισάγονται στη Σχολή Αξιωματικών χωρίς εξετάσεις. Οι δέκα πρώτοι στη γενική σειρά εξόδου μπορούν να πάνε σε υπηρεσίες της επιλογής τους, εφόσον βέβαια υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις. Ολοι οι απόφοιτοι θεωρούνται ανακριτικοί υπάλληλοι και τοποθετούνται υποχρεωτικά για δύο χρόνια σε μάχιμες υπηρεσίες, συνήθως δίπλα σε κάποιον μεγαλύτερο και πιο έμπειρο αστυνομικό. Είναι μια διετία το ίδιο σημαντική με τη βασική τους εκπαίδευση, γιατί εκεί πλέον είναι πιο κοντά στην αληθινή φύση των πραγμάτων.
Πέρα από τις πρόσφατες μαζικές υστερίες της ξενοφοβίας και του ρατσισμού, οι έλληνες πολίτες συνειδητοποιώντας την αδυναμία τους να αυτοπροστατευθούν στρέφονται προς τους αστυνομικούς με την ελπίδα πως εκείνοι τουλάχιστον θα τους προστατεύσουν αποτελεσματικά. Το αν θα τα καταφέρουν εξαρτάται άμεσα από τη δουλειά που γίνεται στις σχολές της Αστυνομίας, γεγονός που σημαίνει πως το έργο των σχολών αυτών είναι ιδιαίτερα σημαντικό και έχει άμεσο αντίκτυπο στην καλή λειτουργία της κοινωνίας μας. Κακά τα ψέματα, μια κοινωνία χωρίς επαρκή και αποτελεσματική Αστυνομία είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα οδηγηθεί στο χάος. Η Αστυνομία πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις διάφορες αποχρώσεις του εγκλήματος και το μοναδικό ίσως πράγμα που μας έβαλε σε σκέψεις είναι το γεγονός πως ενώ το έγκλημα είναι πλέον πολύ εξειδικευμένο, οι έλληνες αστυνομικοί δεν παίρνουν καμία εξειδίκευση τουλάχιστον στη διάρκεια της βασικής τους εκπαίδευσης.
Μια επίσκεψη στη Σχολή σε φέρνει πιο εύκολα σε επαφή με το ανθρώπινο πρόσωπο αυτού του δύσκολου και παρεξηγημένου επαγγέλματος. Είναι πιο εύκολο να συμμεριστείς αυτά τα παιδιά, να καταλάβεις τις αγωνίες τους ή να γνωρίσεις τα όνειρά τους. Μπορεί να το ξεχνούμε αλλά έχουν και οι αστυνομικοί αγωνίες και όνειρα όπως έχουν και φιλοδοξίες, αδυναμίες και ελαττώματα, δηλαδή όπως έχουμε όλοι μας.



