Η ταινία «Vengo» του Τόνι Γκάτλιφ, που προβάλλεται σε περιορισμένο αριθμό αιθουσών της χώρας μας, αναφέρεται σε μια σπαρακτική ερωτική ιστορία εκδίκησης που διαδραματίζεται ανάμεσα σε τσιγγάνους. Ολοι οι ηθοποιοί που εμφανίζονται σε αυτήν είναι ερασιτέχνες και πραγματικοί τσιγγάνοι. Θαρρείς ότι από μόνη της η ιδιαίτερη θεματολογία του αλγερινής καταγωγής (επίσης τσιγγάνου) σκηνοθέτη δεν θα μπορούσε ποτέ να του επιτρέψει συνεργασία με επαγγελματίες ηθοποιούς.
Στην περίπτωση ταινιών όπως το «Vengo» ή το «Gadjo Dilo», της προηγούμενης ταινίας του Γκάτλιφ, και πάλι με τσιγγάνους, οι επαγγελματίες ηθοποιοί, εκτός από το ότι σίγουρα κοστίζουν ακριβά, διατρέχουν πάντοτε τον κίνδυνο να δώσουν λάθος τόνο στο ρεαλιστικό φόντο του συνόλου. Και αν η περίπτωση του Τόνι Γκάτλιφ ακούγεται ιδιάζουσα, κάτι τέτοιο δεν θα λέγαμε ποτέ για τον μεγαλύτερης ακτινοβολίας βόσνιο σκηνοθέτη Εμίρ Κουστουρίτσα, ο οποίος επίσης χρησιμοποιεί πραγματικούς τσιγγάνους μη επαγγελματίες ηθοποιούς για να κάνει καλύτερα τη δουλειά του («Ασπρος γάτος, μαύρη γάτα», «Ο καιρός των τσιγγάνων»).
Οι ερασιτέχνες ηθοποιοί στις κινηματογραφικές ταινίες δεν είναι σπάνιο φαινόμενο.
Από την εποχή του βωβού κινηματογράφου (ο Τομ Μιξ ήταν ερασιτέχνης προτού μετατραπεί σε σταρ των γουέστερν του βωβού) και εν συνεχεία του ιταλικού νεορεαλισμού ως τις ημέρες μας, όπου βιώνουμε την αναγέννηση του ασιατικού κινηματογράφου, οι κινηματογραφικές οθόνες έχουν φιλοξενήσει εκατοντάδες πρόσωπα που έγιναν μόνο για λίγο καιρό γνωστά προτού εξαφανιστούν από τα πλατό, όχι όμως και από τη μνήμη μας. Αρκετοί από αυτούς βέβαια ακολούθησαν αργότερα καριέρα ηθοποιού.
Ταινίες με ερασιτέχνες ηθοποιούς δεν συναντάμε μόνο στον κινηματογράφο της Ασίας ή της Ευρώπης αλλά και στον αμερικανικό, όπου όμως τα πάντα λειτουργούν σε επαγγελματικότερες βάσεις. Δεν εννοούμε φυσικά μόνο τις ταινίες του Τζον Κασσαβέτη («Σκιές») ή τις πειραματικές του Αντι Γουόρχολ αλλά και εκείνες που διεκδίκησαν ακόμη και Οσκαρ. Το 1945 ο ανάπηρος βετεράνος του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου Χάουαρντ Ράσελ κέρδισε το Οσκαρ β’ ανδρικού ρόλου έχοντας παίξει τον εαυτό του στα «Καλύτερά μας χρόνια» του Γουίλιαμ Γουάιλερ, ενώ πιο πρόσφατα, το 1985, ο καμποτζιανός γιατρός Χάινγκ Σ. Νγκορ (που πριν από μερικά χρόνια δολοφονήθηκε) τιμήθηκε στην ίδια κατηγορία για τον ρόλο του βοηθού που είχε στην υπηρεσία του ο αμερικανός δημοσιογράφος Σίντνεϊ Σάνμπεργκ όταν κάλυπτε τα γεγονότα στην Καμπότζη για την «Ουάσιγκτον Ποστ».
Η περίπτωση των Αμερικανών Ινδιάνων είναι επίσης ενδιαφέρουσα καθώς το Χόλιγουντ για να τροφοδοτήσει ένα είδος που κάποτε είχε μεγάλη πέραση, το γουέστερν, έπρεπε αναγκαστικά να μετατρέψει σε ηθοποιούς ανθρώπους που δεν είχαν ιδέα από υποκριτική. Πολλοί από αυτούς έγιναν διάσημοι σε όλη την Αμερική, όπως ο Τσιφ Τζον Μπιγκ Τρι, ο Αϊρον Αϊζ Κόντι, ο Τσιφ Γιολάτσι και αργότερα ο ζωγράφος της φυλής των Κρικ Γουίλ Σάμψον, τον οποίο πολλοί θα θυμούνται στον ρόλο του πανύψηλου φίλου του Τζακ Νίκολσον στη «Φωλιά του κούκου». Το 1972 δε ο κάποτε αρχηγός της φυλής Μπιούραρντ του Καναδά Τσιφ Νταν Τζορτζ προτάθηκε για Οσκαρ έχοντας παίξει ούτε λίγο ούτε πολύ τον εαυτό του στο «Μεγάλο ανθρωπάκι» του Αρθουρ Πεν. Κορυφές της κινηματογραφικής σκηνοθεσίας έχουν προτιμήσει μη επαγγελματίες ηθοποιούς για ταινίες τους και οι επιλογές τους απεδείχθησαν σοφές. Συνήθως το θέμα είναι εκείνο που το απαιτεί. Φανταστείτε τον «Κλέφτη των ποδηλάτων» του Βιτόριο ντε Σίκα με ιταλούς σταρ της εποχής του ’40 στη θέση των εκφραστικότατων ερασιτεχνών Βιτόριο Αντονούτσι (πατέρας) και Εντσο Σταϊόλα (γιος), οι οποίοι, όπως οι πάντες μπροστά στον φακό του Ντε Σίκα, δεν γνώριζαν καλά καλά τι είναι σινεμά. Την ίδια περίπου εποχή ο γάλλος ιστορικός του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν σημειώνει για τους «ηθοποιούς» της ταινίας «Η γη τρέμει» του Λουκίνο Βισκόντι: «Οι ψαράδες του Βισκόντι είναι αληθινοί ψαράδες αλλά βαδίζουν όπως οι πρίγκιπες της τραγωδίας και οι ήρωες της όπερας ενώ η αξιοπρέπεια της φωτογραφίας δανείζει στα κουρέλια τους την αριστοκρατικότητα αναγεννησιακού κεντήματος». Ο Φεντερίκο Φελίνι έδινε μεγάλη σημασία στα πρόσωπα των ταινιών του. Ενώ όμως φρόντιζε να έχει επαγγελματίες ηθοποιούς στους πρώτους ρόλους (Μαστρογιάνι, Μασίνα, Σόρντι, Κουίν κ.ά.), πολλές φορές τα αξιοπερίεργα χαρακτηριστικά στα επιλεγμένα με σχολαστικότητα πρόσωπα των δευτεραγωνιστών ή ακόμη και των κομπάρσων ήταν εκείνα που έκλεβαν αθόρυβα την παράσταση «ντύνοντας» με ασυνήθιστο τρόπο τις ταινίες του. Οι περισσότεροι δεν ήταν επαγγελματίες ηθοποιοί.
Για λόγους προφανώς οικονομικούς το καστ σχεδόν όλων των ταινιών του Γιλμάζ Γκιουνέι («Ο τοίχος»), του Σεργκέι Παρατζάνοφ («Σαγιάτ Νόβα, το χρώμα του ροδιού») και του Οτάρ Ιοσελιάνι («Οι ευνοούμενοι του φεγγαριού»), δημιουργών με απόλυτα προσωπική γραφή και ιδιόμορφο ύφος, συνθέτουν μονίμως ερασιτέχνες ηθοποιοί, ενώ στη μεξικανική περίοδό του ο Λουίς Μπουνιουέλ έδινε πάντοτε δουλειά σε μη επαγγελματίες. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις η χρήση των μη επαγγελματιών ηθοποιών από τους σκηνοθέτες γίνεται για καθαρά προσωπικούς λόγους. Ο Μάρτιν Σκορσέζε έδινε ρόλους στη μητέρα του Κάθριν επειδή τον βόλευε. Ηξερε ότι είχε στα χέρια του την ιδανικότερη ιταλοαμερικανίδα νοικοκυρά που θα μπορούσε να ζητήσει. Από την άλλη μεριά, η μητέρα του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ έπαιζε συχνά στις ταινίες του διότι με αυτόν τον τρόπο το τρομερό παιδί του γερμανικού κινηματογράφου θεωρούσε ότι μπορούσε να γεμίσει τα κενά τους αποκτώντας μαζί της τη φιλική σχέση που ως παιδί δεν κατάφερε να αποκτήσει. Ο Φασμπίντερ μάλιστα έδινε συχνά ρόλους σε φίλους του μη επαγγελματίες ηθοποιούς διότι, όπως ο ίδιος υποστήριζε, είχε το ταλέντο να αναπτύσσει ένα ιδιαίτερο είδος επαφής με τους ανθρώπους.
Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι επέλεξε έναν χίπι ξυλουργό, τον Μαρκ Φρεσέτ, για τον πρωταγωνιστικό ρόλο της πρώτης και τελευταίας ταινίας του στην Αμερική «Ζαμπρίσκι πόιντ» ενώ στο «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο» ο Πιερ Πάολο Παζολίνι σπάζοντας κάθε ταμπού έδωσε τον ρόλο του Ιησού Χριστού στον ισπανό φοιτητή Ενρίκε Ιρασόκι. Τα σκουρόχρωμα χαρακτηριστικά του τελευταίου δεν είχαν καμία σχέση με εκείνα που γνωρίζουμε από τις Αγιες Εικόνες, η ταινία όμως του Παζολίνι πλησιάζει καλύτερα από κάθε άλλη τον Θεάνθρωπο (ο ίδιος σκηνοθέτης συνεργάστηκε με ερασιτέχνες και στο «Ακατόνε».) Οπως είπαμε και στην αρχή, στις ημέρες μας ερασιτέχνες ηθοποιοί εμφανίζονται κυρίως σε ταινίες του ασιατικού κινηματογράφου, η άνθηση του οποίου ανήκει πλέον στα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα των κινηματογραφικών δρωμένων στην αυγή της νέας χιλιετίας. Ας μην ξεχνάμε ότι ιδιαίτερα ο ιρανικός κινηματογράφος είναι τόσο δημοφιλής (ακόμη και στη χώρα μας) που λίγο ακόμη και θα γίνει της μόδας. Εν προκειμένω βέβαια η θεματολογία του είναι τέτοια που θαρρείς ότι μόνο ερασιτέχνες ηθοποιοί θα μπορούσαν να γίνουν πειστικοί στους ρόλους που καλούνται να παίξουν για τον απλούστατο λόγο ότι είναι ρόλοι τους οποίους βιώνουν στην πραγματικότητα. Τα «Μεθυσμένα άλογα» του Μπαμάν Γκομπαντί, ο «Κύκλος» του Τζαφάρ Παναχί, τα «Παιδιά του Παραδείσου» του Μετζίν Μετζινί και η «Μέρα που έγινα γυναίκα» της Μαρζινέ Μεσκινί, που από την Παρασκευή παίζεται στους κινηματογράφους, είναι ταινίες παρμένες από τα «δυσλειτουργικά» σπλάχνα της ιρανικής πραγματικότητας όπου τα προβλήματα κοινωνικού, θρησκευτικού και πολιτικού περιεχομένου δεν έχουν ακόμη ξεπερασθεί πλήρως.
Στο ελληνικό σινεμά
«Ετσι κι αλλιώς εγώ μπορώ να κάνω σινεμά» έλεγε ο μακαρίτης ο Σταύρος Τορνές. «Αν έχω επαγγελματίες τόσο το καλύτερο». Ο σκηνοθέτης με τη μοναδική για τα ελληνικά δεδομένα κινηματογραφική γλώσσα χρησιμοποιούσε τόσο επαγγελματίες ηθοποιούς όσο και ερασιτέχνες φίλους του κυρίως, Ελληνες και ξένους. Η ομορφότερη ταινία του Αλέξη Δαμιανού, η «Ευδοκία», είναι γυρισμένη με ερασιτέχνες στους πρώτους ρόλους, αν κρίνουμε από το ότι ο Γιώργος Κουτούζης και η Μαρία Βασιλείου δεν είχαν επαφή με την υποκριτική.
Ακόμη και η Τούλα Σταθοπούλου, η οποία είναι η «φλόγα» του παράνομου ερωτικού ζευγαριού των Ηπειρωτών που καταλήγει στον φόνο, στην καλύτερη (και πρώτη) ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, την «Αναπαράσταση», διατηρούσε μπουτίκ ρούχων στην Πατησίων προτού βρεθεί στις απόκρημνες περιοχές της Ηπείρου.



