Βασικό ζητούμενο τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν ο διεπιστημονικός λόγος. Θεαματική ήταν και η στροφή πολλών θεωρητικών και μελετητών προς την Ανθρωπολογία προκειμένου από τα εργαλεία, τις μεθόδους και γενικότερα από την ανθρωπολογική προοπτική να ωφεληθούν η ανάλυση και η θεωρία των Τεχνών, η Ερμηνευτική, οι λόγοι για τον πολιτισμό και τις μορφές της πολιτιστικής επικοινωνίας. Ενα βιβλίο, στην αγγλική γλώσσα, με τον τίτλο Towards a Ritual Poetics («Προς μια Τελετουργική Ποιητική»), που συνυπογράφουν οι ελληνιστές Δημήτριος Γιατρομανωλάκης, επ. καθηγητής στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Johns Hopkins University, και Παναγιώτης Ροϊλός, επ. καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών του Harvard University, έχει ιδιαίτερη αξία, τόσο γιατί σε αυτό στοιχειοθετείται και δοκιμάζεται μια άκρως ενδιαφέρουσα διεπιστημονική προβληματική, η οποία χρωστάει πολλά στο ανθρωπολογικό βλέμμα, όσο και γιατί με αυτό διαγράφονται καινούργιοι ορίζοντες όσον αφορά τη μελέτη και την κατανόηση των λογοτεχνικών έργων, τη διερεύνηση πολιτιστικών φαινομένων τα οποία προέρχονται από διάφορες εποχές, περιοχές ή παραδόσεις.


Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ορίζεται και αναλύεται η λογική της Τελετουργικής Ποιητικής ενώ με την εξέταση εννοιών όπως τελετή, τελετουργία και δρώμενα, εορτή και πανήγυρις, λειτουργία και ακολουθία, όχι μόνο επαληθεύεται η αξία των ελληνικών όρων αλλά και ανιχνεύεται ένα ευρύ πεδίο όπου διασταυρώνονται οι ανθρωπολογικές θεωρίες για την τέλεση και τις τελετουργίες, για το επικοινωνιακό και πολιτισμικό τους υπόβαθρο. Με το εννοιολογικό ζεύγμα που προτείνεται, έχει στηθεί μια γέφυρα ανάμεσα στις τελετουργικές δομές, εμπεδωμένες στον κοινωνικό και πολιτισμικό ιστό και στους αισθητικούς τρόπους επικοινωνίας. Καθώς μάλιστα η τελετουργία μετακινείται προς την πλευρά της καλλιτεχνικής έκφρασης, προς το δράμα ή την ποίηση, γίνεται αναπόφευκτη η αναφορά στον T.Σ. Ελιοτ και στον Στεφάν Μαλαρμέ, ποιητές που στον πυρήνα της σύλληψης τους είχαν περικλείσει τη διάδραση μεταξύ τέχνης και τελετουργίας.


Ο ρόλος του περίγυρου


Στο μελέτημα του δεύτερου κεφαλαίου, ο Δ. Γιατρομανωλάκης αντιμετωπίζει την ποιητική της Σαπφούς υπογραμμίζοντας τον ρόλο που παίζει ο κοινωνικός και πολιτιστικός περίγυρος μέσα στον οποίο εκφέρεται και εντάσσεται το πολυφωνικό και διαλογικό τραγούδι της ποιήτριας ως επικοινωνιακό και τελεστικό γεγονός. Ο τρόπος αυτός προσέγγισης της αρχαϊκής λυρικής ποίησης στοχεύει να την απεγκλωβίσει από τις παραδοσιακές ταξινομήσεις σε είδη και παράλληλα να αναδείξει την επικοινωνιακή διάδραση ως μια αλληλεπίδραση μεταξύ «περφόρμερ» και κοινού που παράγει σημασίες.


Στο τρίτο κεφάλαιο ο Παναγιώτης Ροϊλός, ερμηνεύοντας ένα βυζαντινό μυθιστόρημα από την περίοδο της Δυναστείας των Κομνηνών, εξετάζει πώς ο συγγραφέας της Θεόδωρος Πρόδρομος επανεγγράφει τελετουργικές συμβάσεις της Βυζαντινής Αυλής, πώς κάνει παρωδιακή χρήση στοιχείων παρμένων από τη θρησκευτική λειτουργική λογοτεχνία και ιδιαίτερα την υμνογραφία, πώς επίσης, για χάρη της λογοτεχνικής ανακατασκευής, οικειοποιείται την ελληνική ρητορική. H θεατρικότητα του δείπνου και γενικότερα η διάσταση του θεάτρου αποτελούν κλειδιά στην εργασία αυτή που εξετάζει την από τον Πρόδρομο παραγωγή μιας ρητορικής αμφοτερογλωσσίας, η οποία και εκφράζει με τον τρόπο της την αισθητική του 12ου αιώνα.


Ανακατασκευή συμβόλων


Με το τελευταίο μελέτημα του βιβλίου, ο Π. Ροϊλός εντοπίζει στην ποιητική του Οδυσσέα Ελύτη την έκφραση μιας τελετουργικής και μεταφυσικής αντίληψης για την ποίηση ενώ εντάσσει τον ποιητή στο γενικότερο πλαίσιο ενός μοντερνισμού που επιδόθηκε στην ιδεολογική και αισθητική ανακατασκευή διαφόρων συμβολοποιήσεων από τον χώρο των τελετών και του τελετουργικού λόγου. Για το πλάσιμο των λέξεων και την εκφορά τους, για την ονοματοποιία και τη γλωσσολαλιά, για τον τελετουργικό και τελεστικό χαρακτήρα της γλώσσας, για την αναγωγή των λέξεων από την καθημερινή χρήση σε ένα θρησκευτικό και τελετουργικό επίπεδο, οι έννοιες της τελετής και τέλεσης αποβαίνουν καθοριστικές.


Ο ελληνιστής Marcel Detienne, γνωστός από την παρισινή Ecole des Hautes Etudes, στον πρόλογο του για την υπό έκδοση ελληνική μετάφραση του βιβλίου (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια), χαιρετίζει με ενθουσιασμό την εργασία των δύο επιστημόνων και θεωρεί τη μέθοδο του Ritual Poetics «ανεκτίμητη συνεισφορά για τις πειραματικές προσεγγίσεις σε μιαν επιστήμη την οποία στο πεδίο της αρχαίας Ελλάδας μοιράζονται ιστορικοί και ανθρωπολόγοι». Ο ίδιος στο προλογικό σημείωμά του προβάλλει τη σημασία της Ανθρωπολογίας με τη βασικά συγκριτική στάση της για τη σημερινή Κλασική Φιλολογία ενώ δεν παραλείπει να τονίσει ότι στο επίκεντρο του ανθρωπολογικού στοχασμού βρέθηκαν εξαρχής τα ελληνικά ερωτήματα, ότι έννοιες και φιλοσοφικές κατηγορίες προερχόμενες από τον διάλογο με τους Ελληνες υπήρξαν και παραμένουν κεφαλαιώδεις για τη σκέψη των ανθρωπολόγων.


Κοινή είναι η ανάγκη για ευέλικτες μεθόδους και αποδοτικά εργαλεία που βοηθούν τους μελετητές (σε αυτούς περιλαμβάνονται και οι θεατρολόγοι) να διερευνήσουν όχι μόνο τα έργα της λογοτεχνίας, τις καλλιτεχνικές πρακτικές αλλά και τη διασύνδεσή τους με άλλους πολιτισμικούς λόγους. Δεν είναι εξάλλου λίγοι αυτοί που συνυπολογίζουν την τέλεση ως δυναμικό παράγοντα στα ποικίλα συστήματα παραγωγής σημασιών. Διανύουμε μια εποχή όπου όλο και περισσότερο μας απασχολούν οι μεταιχμιακές μορφές πολιτιστικής επικοινωνίας. H μεταφορά ως μετακίνηση από το ένα πεδίο της εμπειρίας στο άλλο έχει καταλάβει εξέχουσα θέση καθώς κινούμαστε συνεχώς ανάμεσα στους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, καθώς παρατηρούμε τη ζωή και την τέχνη μέσα από ένα πρίσμα «τελετουργοποίησης» ή καθώς ευνοούμε επιχειρήματα μάλλον από τον χώρο της διαδικασίας και της δράσης παρά από τον χώρο του τελικού αποτελέσματος και του κλειστού αντικειμένου. Σε ένα τέτοιο επιστημολογικό και πολιτισμικό πλαίσιο, σπεύδει να λειτουργήσει η Τελετουργική Ποιητική, με αυτές τις πραγματικότητες επιχειρεί να ανοίξει έναν ουσιαστικό διάλογο.