Η στερεότητά τους εγγυημένη, καθώς είναι φτιαγμένα από οπτή γη. Η χρησιμότητά τους δεδομένη, καθώς χρησιμοποιούνται από την εποχή του Οθωνα και μετά για να στολίσουν τα σπίτια των Αθηναίων. Η θεματολογία τους ευρεία: από άνθη και πουλιά μέχρι γοργόνεια και γρύπες, αλλά και σειληνούς ή μαινάδες. Οπως και να ‘χει, τα ακροκέραμα, γιατί περί αυτών ο λόγος, σφράγισαν με την παρουσία τους πολλά κτίρια του κλεινού άστεως και αγαπήθηκαν όσο λίγα διακοσμητικά στοιχεία των σπιτιών ως και τις μέρες μας. Η κυρία Λόλα Νταϊφά είχε την ιδέα να παρουσιάσει σε ένα λεύκωμα τα ακροκέραμα της προσωπικής της συλλογής. «Το ακροκέραμο το δικό μου έχει αυτιά, μάτια και καρδιά που την ακούω μόνο εγώ κι αυτό έχει τη μαγεία του. Είναι μια ερωτική σχέση, που την έχουμε μυστικό, το κεραμάκι μου κι εγώ…» λέει στον πρόλογό της με εξαιρετικά τρυφερή διάθεση. Χάρη στην αγάπη της αυτή κρατάμε σήμερα στα χέρια μας τον καλαίσθητο ετούτο τόμο.


Ηδη από την αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν πήλινα διακοσμητικά σε κτίρια και ναούς. Στους σκοτεινούς αιώνες ξεχάστηκαν ολότελα. Με την άφιξη όμως των Βαυαρών και των αρχιτεκτόνων της Σχολής του Βερολίνου, το ακροκέραμο επιστρέφει στην ελληνική αρχιτεκτονική. Από τα πρώτα σχέδια όπου απεικονίζεται διακόσμηση της όψης με κεραμίδια, το σχέδιο του L. Lange του 1863 για το Γυμνάσιο της Αθήνας, που δεν εφαρμόστηκε, και αυτό του F. Sauffert για το Α’ Δημοτικό Σχολείο, στη διασταύρωση Αθηνάς και Βορέου, το οποίο είναι σήμερα κατεδαφισμένο. «Τα κτίρια όμως που επηρέασαν σημαντικά την αρχιτεκτονική της νέας πρωτεύουσας» σημειώνει στο προλογικό της σημείωμα η αναπληρώτρια καθηγήτρια του ΕΜΠ κυρία Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη «και συνετέλεσαν στην καθιέρωση του ακροκέραμου ως βασικού διακοσμητικού στοιχείου ήταν τα Ανάκτορα του Οθωνα (1843-1863) και το Πανεπιστήμιο (1839-1864). Μια πυκνή σειρά ακροκέραμων από λευκό πεντελικό μάρμαρο κοσμούν το γείσο της ήρεμης επιβλητικής κλασικιστικής σύνθεσης του Gaertner στ’ ανάκτορα, ενώ με τη χρήση τους στο Πανεπιστήμιο, σε μια άλλη περισσότερο ανθρώπινη κλίμακα, ο Chr. Hansen καταφέρνει να εκφράσει και να επιβάλει μια νέα ποιότητα πνευματικότητας και αισθητικής».