Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων, το καινούργιο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη, συνεχίζει την πορεία του στις αναγνωστικές διαδρομές και στους λαβυρίνθους των αισθήσεων και των ιδεών των αναγνωστών λογοτεχνίας. Χρόνια συνομιλητής με τη Ρέα Γαλανάκη σε ζητήματα που αφορούν τη λογοτεχνία – και των άλλων αλλά κυρίως τη δική της -, χρόνια φίλοι, με σημείο αναφοράς την Πάτρα, ζήτησα από τη συγγραφέα να απαντήσει με προσωπικό, δοκιμιακό λόγο σε μια σειρά θέματα που έχουν σχέση με την ποιητική, δηλαδή την κατασκευαστική τέχνη του μυθιστορήματός της. Ιδού το αποτέλεσμα.


Για το μοτίβο του λαβυρίνθου. Το μοτίβο του λαβυρίνθου επιδέχεται πολλές αναγνώσεις. Πρώτα απ’ όλα υπάρχει ως αρχαιολογικός τόπος – και το εξηγώ: ο Ηρακλειώτης Μίνως Καλοκαιρινός, που πρώτος ανακάλυψε την Κνωσό 20 χρόνια πριν από τον Εβανς, η δε ανασκαφή του μού παρείχε το έναυσμα για το μυθιστόρημα, είχε ταυτίσει τον μυθικό Λαβύρινθο με μια λαξευτή σπηλιά κοντά στο μινωικό ανάκτορο, άποψη που πολύ νωρίς αμφισβητήθηκε. Στη λογοτεχνία βέβαια τα ερωτήματα ποιος ήταν ο μυθικός Λαβύρινθος και αν όντως υπήρξε τίθενται με άλλη πρόθεση, με άλλα μέσα και με άλλη στόχευση. Καθώς όμως η Κρήτη ήταν από πάντα ταυτισμένη με τον μυθικό Λαβύρινθο, η εντοπιότητα δεν μπορούσε να παραμεριστεί σ’ ένα κρητοκεντρικό μυθιστόρημα, πολύ περισσότερο αφού η Κνωσός βρίσκεται έξω από την πόλη όπου γεννήθηκα και που με απασχολεί σ’ αυτό το βιβλίο. Αντίθετα, έπρεπε να γίνει το λάδι στη μηχανή της αφήγησης.


Το μυθολογικό μοτίβο του λαβυρίνθου έχει μέσα στο μυθιστόρημα το ρεαλιστικό, το λαϊκό του αντίβαρο. Δουλεύω πολύ με αυτό, με την κοινόχρηστη δηλαδή σημασία του μοτίβου, με την ευκολία που μέχρι σήμερα ο κόσμος αποκαλεί κάτι «λαβύρινθο».


Παραβλέποντας για την ώρα την επιρροή του μοτίβου στους λογοτεχνικούς μου χειρισμούς αναφέρομαι στον τίτλο. Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων είναι ένα μικρό σχόλιο στον μεγάλο Αιώνα των Φώτων. Οχι στις ίδιες τις ιδέες του Διαφωτισμού, που τις τιμώ και θα τις υπερασπίζομαι μέχρι θανάτου, αλλά στην αισιοδοξία που δικαιολογημένα είχαν όταν γεννηθήκαν. Υπάρχει κάτι σαν μικρό παράπονο για το αναπόδεικτο κάποιων πραγμάτων. Η επιλογή του τίτλου ενισχύθηκε από το ότι ο 20ός αιώνας θεωρείται από σύγχρονους ιστορικούς (Χομπσμπάουμ, Μαζάουερ) ένας σκοτεινός αιώνας, αφού η μαζικότητα του ζόφου, των καταστροφών, και η τεχνογνωσία που υποστήριξε τον μαζικό θάνατο υπήρξαν πρωτόγνωρες.


Το μυθιστόρημα που αρχίζει το 1878 σταματά το 1978, στα χρόνια της μεταπολίτευσης, στο ξενοδοχείο «Λαβύρινθος», κάπου στο Λιβυκό πέλαγος της Κρήτης, όπου η οικογένεια συγκεντρώνεται και προσπαθεί να διαλευκάνει την προ εικοσαετίας πολιτική ενδεχομένως δολοφονία ενός μέλους της. Τότε φαίνεται να λήγει στην Ελλάδα μια μακρά περίοδος κάθε είδους πολέμων, κινημάτων, δικτατοριών, εμπλοκής επομένως πάρα πολλών ανθρώπων σε μεγάλα δεινά, σε κυνηγητά, εξορίες, φυλακές, παρανομίες, δολοφονίες. Εκτοτε η ιστορία της χώρας κυλά σχεδόν αναίμακτη.


Για την κυκλικότητα στο έργο. Η δομή ενός μυθιστορήματος σχετικού με τους λαβυρίνθους δεν θα μπορούσε παρά να είναι κυκλική. Μόνο με κυκλικές γραμμές είναι νοητός ο λαβύρινθος, υπενθυμίζοντας ίσως έτσι την προελληνικότητα της ίδιας της λέξης ακόμη κι όταν χρησιμοποιείται ως καθημερινή λέξη, αλλά και τη σχέση του λαβυρίνθου με άλλα αρχέτυπα, λόγου χάριν τον κύκλο του χρόνου ή της βλάστησης. Ανά 20 λοιπόν χρόνια από το 1878 μέχρι το 1978 τρεις γενιές της οικογένειας, γύρω από την οποία υφαίνεται το βιβλίο, συγκεντρώνονται με αφορμή ένα κοινωνικό, εθιμικό ή ιστορικό γεγονός. Και ενώ το γεγονός εξελίσσεται στον πραγματικό του χρόνο, οι ήρωες ξαναπιάνουν τις ιστορίες τους από το σημείο όπου τις είχαν αφήσει πριν από 20 χρόνια.




Για το βιωματικό και αυτοβιογραφικό. Δεν ταυτίζω βέβαια το βιωματικό με το αυτοβιογραφικό. Ετσι κι αλλιώς έχω τη γνώμη ότι ο συγγραφέας σχεδόν αδυνατεί να γράψει αυτοβιογραφία. Γράφει ένα ακόμη μυθιστόρημα που δανείζεται τη φόρμα της αυτοβιογραφίας. Από την άλλη μεριά, όμως, όλα τα έργα του περιέχουν τα δικά του βιώματα, δηλωμένα με άμεσο ή με λανθάνοντα τρόπο.


Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων δεν έχει την παραμικρή σχέση με αυτοβιογραφία, αφού εξιστορεί τρεις γενιές από τη ζωή μιας φανταστικής οικογένειας, ενώ σε δεύτερο πλάνο εξιστορεί κάποια ιστορικά γεγονότα στην Κρήτη, σε όλη την Ελλάδα. Είναι όμως έντονα βιωματικό έργο, πολύ πιο έντονα από όσο στα προηγούμενα μυθιστορήματά μου, όπου το βίωμα για προφανείς λόγους ήταν πολύ διαμεσολαβημένο. Η είσοδός μου στον 20ό αιώνα, με επίκεντρο μάλιστα τον τόπο καταγωγής μου, μου έλυσε πολλούς κόμπους από τα χέρια. Ευφορία αισθανόμουν καθώς μπορούσα πλέον να μπολιάσω στο μυθιστορηματικό μου δέντρο ιστορίες που είχα ακούσει να διηγούνται συγγενείς και φίλοι (σταμάτησα και σε ιστορίες που μου είχαν κρύψει και τις έμαθα αργότερα), προσωπικά μου αισθήματα, αναμνήσεις ή παρατηρήσεις και μετά να αρχίσω να επεξεργάζομαι «εν φαντασία και λόγω» όλα αυτά με τον τρόπο που το μπόλι τους να δέσει σε έναν καινούργιο καρπό. Αυτό εννοώ ως βιωματικό: όχι τη νοσταλγία, την έκθεση των αναμνήσεων, αλλά την ανασύνθεση ενός ολόκληρου κόσμου σε ένα επινοημένο λογοτεχνικό έργο με τρόπο που να μην ταυτίζονται πρόσωπα και καταστάσεις αλλά να περιέχονται.


Εκανα όμως και κάτι παραπέρα. Απαθανάτισα με μια λέξη, με το πέρασμα του ονόματός τους μια στιγμή στο μυθιστόρημα, ανθρώπους που σημάδεψαν τη ζωή της πόλης ή τη δική μου και έχουν όλοι φύγει. Μιλώ για τον πατέρα μου Εμμανουήλ Γαλανάκη, τους καθηγητές μου Μενέλαο Παρλαμά και Δημήτρη Πλάκα, τους αρχαιολόγους Πλάτωνα και Μαρινάτο, τον ζωγράφο Θωμά Φανουράκη, το σχολείο μου, τον «Κοραή», κάποιους αγαπημένους συγγενείς και άλλους. Ηταν μια απόδοση τιμής, μια συγκίνηση ανεξάρτητη από οτιδήποτε άλλο.


Για τη γεωγραφία του μυθιστορήματος. Οσο πολύπλοκος είναι ο χρόνος στη λογοτεχνία άλλο τόσο είναι και ο τόπος, πόσο μάλλον που αυτά τα δύο δεν διαχωρίζονται. Στον Αιώνα των Λαβυρίνθων η γεωγραφία μένει σε μεγάλο βαθμό αναγνωρίσιμη, κυρίως του Ηρακλείου, όπου μεγάλωσα, και της ορεινής επαρχίας Βιάννου που καταλήγει νότια προς το Λιβυκό πέλαγος, τόπου της εκ μητρός καταγωγής μου. Οι βιωμένοι τόποι, ως γεωγραφική περιγραφή αλλά και ως δεξαμενή ιστοριών, ψιθύρων ή τελετουργιών, είναι αρκετοί στο μυθιστόρημα, κοντά τους όμως έχω στήσει και το σκηνικό αρκετών φανταστικών τόπων.


Ισως είναι περιττό να πω ότι το περιτειχισμένο Ηράκλειο και η ανταρτομάνα, η κατεστραμμένη ορεινή επαρχία Βιάννου, είναι γεωγραφικά, τοπικά οι κατ’ εξοχήν γεωγραφικοί «λαβύρινθοι» του μυθιστορήματος. Δραματουργικά αποκτούν το δικό τους ανεξάρτητο βάρος αφού ταυτίζονται με τη σκηνή όπου κάθε 20 χρόνια παίζεται και μια πράξη από τον κύκλο ζωής των ηρώων μου. Πρόκειται στην ουσία για την Κρήτη με την αστική και την αγροτική της κοινωνία, όπως τη γνώρισα παλιά, όπως την ξαναγνωρίζω γράφοντας αργά γι’ αυτήν, όπως προσπάθησα να την αναδείξω δραματουργικά σαν μια αμάραντη πατρίδα λαβυρίνθων.


Για τους ήρωες. Στο καινούργιο μου μυθιστόρημα επιδίωξα να καινοτομήσω σε πολλά μέτωπα. Ενα από αυτά ήταν ότι συνδύασα τη μυθοπλασία (για τα πρόσωπα) με το είδος του χρονικού (για τον τόπο). Ως προς τα πρόσωπα, λοιπόν, τον κύριο λόγο έχει η εξιστόρηση των περιπετειών μιας φανταστικής οικογένειας κατά το χρονικό διάστημα της εκατονταετίας που επέλεξα. Υπαρκτό πρόσωπο απ’ αυτή την οικογένεια είναι μόνο ο πατριάρχης της οικογένειας Χρίστος Παπαουλάκης, δάσκαλος και επιστάτης στην πρώτη, τη λησμονημένη ανασκαφή της Κνωσού από τον Μίνωα Καλοκαιρινό, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο από το όνομά του. Επομένως όλα τα μέλη της πρωταγωνιστικής οικογένειας είναι πλάσματα της φαντασίας μου. Αυτή λοιπόν η πλασματική και μεγάλη οικογένεια του δάσκαλου, με πρωταγωνιστές τους δυο γιους του, τον βενιζελικό Αντρέα και τον μετά τη Μικρασία αριστερό Σήφη, ξετυλίγει τον μίτο της προσωπικής και της δημόσιας ιστορίας των μελών της στο πρώτο πλάνο, επιδιώκοντας να συνθέσει την τοιχογραφία μιας κοινωνίας, μιας εποχής.


Στο φόντο της τοιχογραφίας ξετυλίγουν τον δικό τους μίτο τα ιστορικά πρόσωπα και τα ιστορικά γεγονότα. Η σε μικρές δόσεις ιστορική αφήγηση μου φάνηκε απαραίτητη για το «χρονικό» ενός τόπου που επιδίωξα να φιλοτεχνήσω. Οσο για τους υπαρκτούς ήρωες θα ανέφερα πρώτους τον Μίνωα Καλοκαιρινό και την ανιψιά του Σκεύω, κυριότερα μέσα στο μυθιστόρημα μέλη τής μέχρι και σήμερα επιφανούς οικογένειας των Καλοκαιρινών. Από τον 20ό αιώνα τα ιστορικά πρόσωπα είναι σε γενικές γραμμές γνωστά. Εμμεση, πλην εξέχουσα αναφορά γίνεται στον εντελώς αποσιωπημένο αρχηγό του ΕΛΑΣ και του Δημοκρατικού Στρατού Ανατολικής Κρήτης, τον Γιάννη Ποδιά, τον θρυλικό και βιαιοθάνατο καπετάνιο.


Τα φανταστικά και τα ιστορικά πρόσωπα, οι ζωντανοί και οι νεκροί, αναπτύσσουν μεταξύ τους μιαν επικοινωνία, ένα διάλογο που κόβεται για να ξαναρχίσει μετά από τις αλλαγές μιας εικοσαετίας. Το γεγονός ότι για πρώτη φορά και οι πρωταγωνιστές μου και τα περισσότερα πρόσωπα του μυθιστορήματος ήταν πλάσματα της φαντασίας μου ήταν, φαίνεται, ο κύριος λόγος που απόλαυσα την ευφορία μιας δημιουργικής ελευθερίας, τέτοιας που δεν είχα τη δυνατότητα να χαρώ γράφοντας τα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά μου. Δεύτερος λόγος για τη συγγραφική εκείνη ευφορία θα πρέπει να ήταν ότι αυτό το μυθιστόρημα υπήρξε πιο βιωματικό, πιο οικείο.


Για τη γλώσσα. Η γλώσσα του μυθιστορήματος είναι και αυτή, νομίζω, πιο ελεύθερη, πιο γρήγορη, πιο ανοικτή. Πάνω απ’ όλα είναι – ας το πω έτσι – πιο ζεστή, πιο οικεία. Από τη μια έκρινα ότι τέτοια γλώσσα θα έπρεπε να έχει το βιβλίο μου για τον 20ό αιώνα, από την άλλη ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς σε ένα μυθιστόρημα περί λαβυρίνθων, παρά να είναι και η γλώσσα ένας ακόμη μίτος που ξετυλίγεται με κυκλικές, γοργές, ίσης σχεδόν διάρκειας κινήσεις όλο προς τα μπρος, καμιά φορά και προς τα πίσω. Χωρίς να πάψει, ωστόσο, να είναι και μια γλώσσα-βίωμα παλιό, δαιδαλικό, σκληρό σαν τον χαλκό, που το λιώσιμό του αυτή τη φορά στο καλούπι της αφήγησης μου έδωσε ξανά μιαν αίσθηση ευλάβειας, μα πάνω απ’ όλα ευφορίας.


Για τις μικρές λεπτομέρειες. Μια μεγάλη δυσκολία του βιβλίου ήταν ότι έπρεπε να δημιουργήσω έξι διαφορετικές σκηνογραφίες ανά 20 έτη ώστε να φιλοξενήσουν τις έξι διαφορετικές συναντήσεις της οικογένειας. Υπήρξαν μνήμες, μα υπήρξαν και επινοήσεις, χαρούμενες ή σκληρές, οτιδήποτε δηλαδή μπορεί να βγάλει ο συγγραφέας από το σεντούκι του προκειμένου να πείσει τον κόσμο για την αληθοφάνεια της φαντασίας του: ένα στολισμένο άλογο, μια καμήλα που πείσμωσε από το θαλασσινό ταξίδι και δεν περπατά, μια πέρδικα που κρύβεται στις φτέρες, ένας γάιδαρος που τριγυρνά σε ένα μικρό νεκροταφείο, οι μανταρισμένες τρύπες μιας υφαντής μπατανίας, η μυρωδιά του πράσινου σαπουνιού, ένα χάρτινο αποκριάτικο καπέλο, το πράσινο ματάκι του παλιού ραδιόφωνου, το νεροπίστολο ενός αγοριού κοντά στα όπλα των ανθρώπων, η γλύκα των τελευταίων σταφυλιών, το θέαμα από ψηλά ενός φορτωμένου ελαιώνα. Απειρες τέτοιες μικρές πινελιές αντισταθμίζουν τον ανθρώπινο πόνο μνημονεύοντας τη χάρη και την ομορφιά του κόσμου, το μέγα βάρος των μικρών πραγμάτων.


Για τη διακειμενικότητα. Στον Αιώνα των Λαβυρίνθων υπάρχει και η άμεση και η έμμεση συνομιλία μου με συγγραφείς. Είναι Κρήτες, όχι όμως γενικά και αόριστα. Κατάγονται από τους δυο τόπους στους οποίους εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα, δηλαδή το Ηράκλειο, τη γενέτειρα πόλη μου, και τη Βιάννο, τόπο της μητρικής καταγωγής μου. Στην άμεση αναφορά μου ανήκει το όνειρο ενός από τους δύο κεντρικούς ήρωες, του φιλόλογου Αντρέα Παπαουλάκη. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ονειρεύεται τον Νίκο Καζαντζάκη, τέκνο της ίδιας πόλης, της ίδιας γειτονιάς, που η κηδεία του είχε γίνει περίπου ένα χρόνο ενωρίτερα.


Θα μπορούσα να βάλω από μόνη της την κηδεία του συγγραφέα, που όσοι τη ζήσαμε τη θυμόμαστε ίσως σαν την πιο σπουδαία μέρα της δεκαετίας του ’50 στο Ηράκλειο, μια μέρα δίβουλη, βαριά, έτοιμη να ξεσπάσει σε επεισόδια. Δεν ήταν όμως αυτός ο σκοπός μου, να αφηγηθώ δηλαδή την κηδεία του. Δεν θα ενέτασσα ποτέ έναν τόσο σημαντικό συγγραφέα όπως τον Νίκο Καζαντζάκη στο μυθιστόρημα αν δεν επιχειρούσα να εκμαιεύσω κάτι παραπάνω. Ηθελα μέσω του πασίγνωστου συγγραφέα να μιλήσω για τη νίκη της τέχνης επί του φανατισμού. Ας μην κρυβόμαστε, η εποχή μας, ο 21ος αιώνας, στην Ελλάδα δοκιμάζεται από ανάλογες συγκρούσεις.


Ερευνώντας βρήκα μια συντομότατη πληροφορία ότι ο καπετάν Πολυξίγκης επιφορτίστηκε από την οικογένεια της Σκεύως Καλοκαιρινού να ταξιδέψει σε διάφορα μέρη για να βρει τη νεαρή γυναίκα. Επρόκειτο βέβαια για υπαρκτό πρόσωπο του Ηρακλείου, το ίδιο που έδωσε αφορμή για τη δημιουργία του ομώνυμου ήρωα στον Καπετάν Μιχάλη του Νίκου Καζαντζάκη. Τρεις δεκαετίες μετά τη χρονιά στην οποία τελειώνει το γνωστό μυθιστόρημα, στο γλέντι ενός γάμου που περιγράφω στο δικό μου βιβλίο ένας καλεσμένος αφηγείται όσα γνωρίζει για την αναποτελεσματική έρευνα του καπετάν Πολυξίγκη να βρει τη Σκεύω αλλά και για τη ζωή του στο Ηράκλειο.


Ο Πατούχας του Ιωάννη Κονδυλάκη, του συγγραφέα που καταγόταν από την Ανω Βιάννο και επέστρεφε τόσο συχνά εκεί γράφοντας για τον γενέθλιο τόπο, με οδήγησε στη δημιουργία του Πατουχονίκου, σημαντικού ήρωα στον Αιώνα των Λαβυρίνθων από την Κατοχή και μετά. Ο ίδιος ο Κονδυλάκης δεν αναφέρεται ρητά στο μυθιστόρημα. Οσο για τη σχέση μεταξύ των δύο μυθιστορηματικών ηρώων, ακόμη και αν έχει περισσότερες διαφορές από ομοιότητες, αυτό δεν αποκλείει ούτε τον οφειλόμενο φόρο τιμής από την πλευρά μου ούτε την ελευθερία μου ως συγγραφέα.


Και ο Κρητοαιγύπτιος Ισμαήλ Φερίκ πασάς, το υπαρκτό πρόσωπο που μου ενέπνευσε το πρώτο μου μυθιστόρημα, αναφέρεται συντομότατα δυο φορές στο τέταρτο μυθιστόρημά μου. Ετσι κι αλλιώς η γέννησή του ως μυθιστορηματικού ήρωα βρίσκεται έξω από το χρονικό πλαίσιο του Αιώνα των Λαβυρίνθων, αλλά και πάλι αυτό δεν αποκλείει ίσως τη συνομιλία των δύο μυθιστορημάτων.


Για την ιστορία και τη λογοτεχνία. Η λογοτεχνία διαχειρίζεται το ιστορικό πρόσωπο ή συμβάν με διαφορετικό απ’ αρχής μέχρι τέλους τρόπο από τον τρόπο των ιστορικών. Στη λογοτεχνία το ιστορικό δεσμεύεται πλήρως από τους λογοτεχνικούς χειρισμούς, είτε όσον αφορά στη σύνθεση είτε στη γλωσσική διατύπωση. Και παραμένει ανοιχτό το ερώτημα τι ονομάζεται στις απαρχές του 21ου αιώνα «ιστορικό» μυθιστόρημα. Το ερώτημα είναι αν κατ’ ουσίαν θα πρέπει να αντιγράφει το ρεαλιστικό μοντέλο του αντίστοιχου είδους, όπως διαμορφώθηκε κατά τον 19ο αιώνα, τον λεγόμενο και «αιώνα της Ιστορίας», ή αν θα πρέπει να αυτονομηθεί, μιας και οι αντιλήψεις μας και για την ιστορία και για τη λογοτεχνία, για το καθετί, έχουν διαφοροποιηθεί.


Προσωπικά δεν με ενδιαφέρει τόσο το πώς θα ονομαστεί το μυθιστόρημα που γράφω, ονομασία απαραίτητη ενδεχομένως για την ταξινόμησή του, όσο η ουσία. Γράφω απλώς λογοτεχνία. Δεν είναι λοιπόν ούτε το ιστορικό θέμα ούτε η ιστορική μου αίσθηση που προκαλούν το λογοτεχνικό αποτέλεσμα. Η λογοτεχνία φτιάχνεται μόνο με λογοτεχνικά υλικά, μεταποιεί μάλλον το οτιδήποτε αγγίζει σε λογοτεχνικό υλικό προκειμένου να ράψει τη στολή της.