Για…
πέταμα είναι ο εθνικός σχεδιασμός για τη διαχείριση των απορριμμάτων, που προβλέπει την κατασκευή 120 Χώρων Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (XYTA). Αυτό προκύπτει επί της ουσίας από μελέτη του Πολυτεχνείου Κρήτης. Δέκα XYTA σε εθνική κλίμακα όχι μόνο αρκούν αλλά θα είναι αποτελεσματικότεροι και αποδοτικότεροι για την ολοκληρωμένη διαχείριση των σκουπιδιών, εκτιμούν οι επιστήμονες του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πολυτεχνείου Κρήτης. Στη συντριπτική πλειονότητά τους οι XYTA που έχουν γίνει ως σήμερα στο πλαίσιο του εθνικού σχεδιασμού στη χώρα μας δεν έχουν προβλέψει και σύστημα επεξεργασίας (κομποστοποίηση ή καύση των σκουπιδιών), αν και η κοινοτική νομοθεσία το επιβάλλει από το 2010 και μετά! Δηλαδή, τα απορρίμματα τώρα θάβονται χωρίς επεξεργασία και, παρ’ όλο που δόθηκαν χιλιάδες ευρώ για τη δημιουργία σύγχρονων XYTA, θα χρειαστούν χώροι για νέες συμπληρωματικές εγκαταστάσεις και ξανά χρήματα για παρεμβάσεις. Μάλιστα, στην πλειονότητα των XYTA που έχουν ήδη κατασκευαστεί και λειτουργούν στην Ελλάδα, δεν πραγματοποιείται όχι μόνο επεξεργασία των διασταλαγμάτων αλλά ούτε καν συλλογή, αξιοποίηση ή καύση του βιοαερίου. «Τότε ποια η διαφορά των XYTA από τις χωματερές;» αναρωτιέται ο καθηγητής του Τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πολυτεχνείου Κρήτης κ. Αλέξανδρος Οικονομόπουλος. Οπως εξηγεί, η μοναδική διαφορά έγκειται στα χρηματικά ποσά που εκταμιεύονται για την κατασκευή τους…


Ενας καλύτερος εθνικός σχεδιασμός για τη διαχείριση των απορριμμάτων, απαλλαγμένος από τους διοικητικούς περιορισμούς των περιφερειών, θα οδηγούσε στην ίδρυση 10, ίσως και λιγότερων, κεντρικών XYTA (επονομαζόμενων και ΟΕΔΑ – Ολοκληρωμένες Εγκαταστάσεις Διαχείρισης Απορριμμάτων). Οπως προκύπτει από το ερευνητικό έργο του κ. Οικονομόπουλου, τέτοιες θέσεις αποτελούν τα λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ (Πτολεμαΐδα, Ελασσόνα, Μεγαλούπολη), τα οποία παρέχουν απεριόριστη χωρητικότητα. Τα απορρίμματα αποτελούν πολύτιμη πρώτη ύλη τόσο για παραγωγή κομπόστ, το οποίο βοηθάει στην αποκατάσταση των εδαφών, όσο και καυσίμου (RDF), που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στους λιγνιτικούς σταθμούς.


Προφανείς θέσεις αποτελούν επίσης οι υφιστάμενες μεγάλες εγκαταστάσεις διαχείρισης απορριμμάτων σε Δυτική Αττική, Λάρισα, Χανιά και Ηράκλειο Κρήτης, καθώς και μία ακόμη με απεριόριστη χωρητικότητα, η οποία μπορεί να χωροθετηθεί στη Ριτσώνα Βοιωτίας.


Αντίθετα, ο υφιστάμενος εθνικός σχεδιασμός για τη διαχείριση των οικιακού τύπου απορριμμάτων προβλέπει την ίδρυση 120 XYTA.


Πάντως από τους 120 αρχικά προβλεπόμενους XYTA οι 117 είναι μικροί, με μέση δυναμικότητα μικρότερη των 40 τόνων την ημέρα, η οποία απέχει πολύ από το να παρέχει την αναγκαία οικονομία κλίμακας, δηλαδή οικονομία η οποία προκύπτει από τη χρήση μεγάλων εγκαταστάσεων. Οπως εξηγεί ο κ. Οικονομόπουλος, ανά τόνο απορριμμάτων το κόστος επεξεργασίας και διάθεσης μειώνεται σημαντικά όσο αυξάνεται το μέγεθος της σχετικής εγκατάστασης. Για παράδειγμα, η διάθεση ενός τόνου απορριμμάτων σε έναν μεγάλο XYTA είναι έξι φορές μικρότερη από ό,τι σε έναν σχετικά μικρό.


Ειδικότερα, σύμφωνα με τον καθηγητή, ο υφιστάμενος εθνικός σχεδιασμός χαρακτηρίζεται από:


* Τις έντονες κοινωνικές αντιδράσεις που προκαλεί, καθώς και το βραχυπρόθεσμο των λύσεων που συχνά παρέχει (όπως στην περίπτωση της Αττικής), με αποτέλεσμα τη χρονική μετάθεση και όχι την επίλυση των προβλημάτων.


* Το ιδιαίτερα υψηλό κόστος της διάθεσης που προκαλεί λόγω έλλειψης οικονομίας κλίμακας.


* Την καθολική αστοχία σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος. Το πολύ μικρό μέγεθος των XYTA, που ιδρύονται σύμφωνα με τους περιφερειακούς σχεδιασμούς, καθιστά απαγορευτική στην πράξη την ίδρυση και λειτουργία των αναγκαίων εγκαταστάσεων τόσο για την επεξεργασία των διασταλαγμάτων όσο και για τη συλλογή και αξιοποίηση ή καύση του βιοαερίου. Το σύνολο σχεδόν της δαπάνης για κάθε XYTA διατίθεται για την κατασκευή του συστήματος της μόνωσης του πυθμένα του έτσι ώστε να συλλέγονται τα διασταλάγματα, που σημειωτέον είναι 30 φορές πιο ρυπογόνα από τα υγρά απόβλητα αστικών περιοχών, προκειμένου να μη μολύνουν το έδαφος και τους υδατικούς αποδέκτες. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, όμως, τα διασταλάγματα που συλλέγονται στον πυθμένα κάθε XYTA αντλούνται έξω και διατίθενται ανεπεξέργαστα στο πλησιέστερο χαντάκι! «Παρ’ όλα αυτά, η EE ενέκρινε ως σήμερα τη χρηματοδότηση των έργων αυτών με περίπου 1 δισ. ευρώ και συνεχίζει να εγκρίνει τη χρηματοδότησή τους έχοντας κατά πάσα πιθανότητα ελλιπή γνώση της πραγματικότητας» τονίζει ο κ. Οικονομόπουλος.





*
Την καθολική αδυναμία μετεξέλιξης των υφισταμένων και προβλεπομένων πολυπληθών μικρών XYTA με ίδρυση βιώσιμων εγκαταστάσεων επεξεργασίας απορριμμάτων, σύμφωνα με τις επερχόμενες (από το 2010) απαιτήσεις της νομοθεσίας.


Ειδικότερα, όσον αφορά το πρόβλημα της διαχείρισης των απορριμμάτων στην Αττική, η πρόσφατη ανάλυση (2004) του Πολυτεχνείου Κρήτης περιέλαβε 13 σενάρια στα οποία έγιναν οι πιθανότεροι συνδυασμοί χρήσης των εγκαταστάσεων διαχείρισης απορριμμάτων που έχουν επιλεγεί εντός Αττικής, καθώς και στη Ριτσώνα Βοιωτίας. Από την ανάλυση προέκυψε ότι, σε κάθε περίπτωση, η ανάπτυξη των κεντρικών σταθμών μεταφόρτωσης είναι εξαιρετικά συμφέρουσα καθώς προσφέρει καθαρό όφελος για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) 30 εκατ. ευρώ το έτος, καθαρή ετήσια απόδοση κεφαλαίου της τάξεως του 60% και λόγο καθαρού οφέλους προς ανταποδοτικές εισφορές των ΟΤΑ 2,5. «Τα παραπάνω τεκμηριώνουν τη σκοπιμότητα ίδρυσης δικτύου σταθμών μεταφόρτωσης παρέχοντας συνάμα και λεπτομερείς αναλύσεις κόστους και βέλτιστο σχεδιασμό κάθε επί μέρους εγκατάστασης» τονίζει ο κ. Οικονομόπουλος.


Ανάμεσα στα σενάρια που αναλύθηκαν περιλαμβάνεται και η λύση που προωθείται σήμερα, με χρήση ολοκληρωμένων εγκαταστάσεων διαχείρισης απορριμμάτων σε Δ. Αττική, Γραμματικό και Κερατέα, καθώς και η εναλλακτική λύση με χρήση των εγκαταστάσεων σε Δ. Αττική και Ριτσώνα.


H ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΗ Σωστή διαχείριση της ρύπανσης


Εκτός από τη Ριτσώνα, η Αττική θα μπορούσε να εξυπηρετηθεί και από άλλες εγκαταστάσεις διαχείρισης απορριμμάτων, όπως στα λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ στη Μεγαλόπολη. H χρήση της τελευταίας συνεπάγεται πρόσθετο κόστος σιδηροδρομικής μεταφοράς της τάξεως των 15 ευρώ ανά τόνο απορριμμάτων. Το κόστος αυτό υπερκαλύπτεται από την εξυπηρέτηση και των Περιφερειών Πελοποννήσου και Δυτικής Ελλάδας. Με την ίδρυση μονάδας κομποστοποίησης στη θέση αυτή τα απορρίμματα καθίστανται πρώτη ύλη, μια και το 80% αυτών μετατρέπεται σε προϊόντα για τοπική χρήση, δηλαδή σε καύσιμο (RDF), που μπορεί να τροφοδοτηθεί στους παρακείμενους σταθμούς της ΔΕΗ, και αδρομερές κομπόστ, το οποίο είναι πολύτιμο για την αποκατάσταση των μεγάλων εκτάσεων της περιοχής που διαταράσσονται από εκσκαφές και αποθέσεις αγόνων υλικών.


Στις προτεινόμενες περιοχές ο συνδυασμός μονάδων κομποστοποίησης και διάθεσης των υπολοίπων θα ελαχιστοποιεί τα προβλήματα ρύπανσης. Παράλληλα το μεγάλο μέγεθος των εγκαταστάσεων θα εξασφαλίζει όλες τις αναγκαίες οικονομικές και τεχνικές προϋποθέσεις για σωστή διαχείριση των προβλημάτων ρύπανσης. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις και δεδομένης της μεγάλης απόστασης από κατοικημένες περιοχές, ο καθηγητής κ. Οικονομόπουλος εκτιμά ότι δεν θα δημιουργηθούν οχλήσεις και δεν αναμένονται αντιδράσεις από τοπικούς φορείς και κατοίκους.