Ο Κορνήλιος Καστοριάδης γεννήθηκε
στις 11 Μαρτίου 1922 στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια χρονιά εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Αθήνα. Ο πατέρας του Καίσαρας Καστοριάδης τον ανέθρεψε σύμφωνα με τα γαλλικά πρότυπα μόρφωσης, ενώ η μητέρα του Σοφία τού μετέδωσε την αγάπη της για τις τέχνες και το πιάνο. Σε ηλικία μόλις 13 ετών ο Καστοριάδης ήλθε σε επαφή με τη μαρξιστική σκέψη μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου που αγόρασε σε υπαίθριο βιβλιοπωλείο. Στη συνέχεια σπούδασε νομικά, φιλοσοφία και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σπουδές τις οποίες συμπλήρωσε αργότερα στο Παρίσι με υποτροφία του Γαλλικού Ινστιτούτου. Επί δικτατορίας Μεταξά (1937) προσχώρησε στην Κομμουνιστική Νεολαία, γεγονός που του κόστισε μια σύλληψη και μια επίσκεψη στην Ασφάλεια. Το 1941 ενεγράφη στο κομμουνιστικό κόμμα της κατοχικής Ελλάδας, από το οποίο όμως αποχώρησε ένα χρόνο αργότερα για να γίνει μέλος τροτσκιστικής ομάδας. Η ενεργή συμμετοχή του στην Αντίσταση συνοδεύθηκε από καταδίωξη τόσο από την πλευρά των κομμουνιστών όσο και από τους συνεργάτες των Γερμανών.


Μετά τα Δεκεμβριανά, και αφού αποδοκίμασε τη στάση του ΚΚΕ, εγκατέλειψε την Ελλάδα με πλοίο και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Παρίσι, όπου άσκησε το επάγγελμα του στατιστικού οικονομολόγου. Στη συνέχεια έγινε μέλος της τροτσκιστικής Τετάρτης Διεθνούς και του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Από το 1948 εργάστηκε ως διευθυντής κλάδου της Στατιστικής Εθνικών Λογαριασμών και Μελετών Ανάπτυξης στον Οργανισμό Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ), μια θέση την οποία διατήρησε ως και το 1970. Τη νέα του απασχόληση συνόδευσαν η απομάκρυνσή του από τα τροτσκιστικά κόμματα και η γνωριμία του με τον διανοούμενο Κλοντ Λεφόρτ, με τον οποίο ξεκίνησαν την έκδοση του περιοδικού «Socialisme ou Barbarie» («Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα»). Το εν λόγω έντυπο συγκέντρωσε επί δεκαετίες τις αντιφρονούσες τροτσκιστικές φωνές εξεχουσών προσωπικοτήτων των γραμμάτων, όπως ο Λιοτάρ και ο Γκιγιόμ, οι οποίοι έβαλλαν διά των κειμένων τους κατά του υπαρκτού σοσιαλισμού.


Ο Καστοριάδης, μάλιστα, επηρεασμένος από το έργο του Μαξ Βέμπερ και λαμβάνοντας ως παράδειγμα το εφαρμοσμένο πολιτικό σύστημα της τότε Σοβιετικής Ενωσης, έλεγε χαρακτηριστικά: «Η ρωσική επανάσταση οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός νέου τύπου καθεστώτος εκμετάλλευσης και καταπίεσης όπου μια νέα κυρίαρχη τάξη, η γραφειοκρατία, σχηματίστηκε γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα». Οσο για τις ταξικές κοινωνίες, υποστήριζε ότι χωρίζονταν όχι σύμφωνα με την κατοχή ή τον έλεγχο της ιδιοκτησίας, αλλά σύμφωνα με την κατοχή ή την άσκηση της εξουσίας. Ο ίδιος, κινητήρια δύναμη πίσω από το ιστορικό περιοδικό και συντάκτης των βασικών κειμένων της έκδοσης, υπέγραφε τα άρθρα του χρησιμοποιώντας πλήθος ψευδώνυμα (Pierre Chaulieu, Paul Cadran, Jean-Marc Coudray, Jean Delvaux και Marc Noiraud). Η σκέψη του συνάντησε μεγάλη απήχηση στους επαναστατικούς κύκλους, τα δοκίμιά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και τυπώθηκαν σε δεκάδες επαναστατικά φυλλάδια.


Το 1958 ο Καστοριάδης δημιούργησε άλλο ένα περιοδικό, το «Pouvoir Ouvrier» (1958-1965), καθώς και ομάδες συζητήσεων σε ολόκληρη τη γαλλική επικράτεια, αλλά και στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Το 1967 η ομάδα του Καστοριάδη διαλύεται, η σκέψη του ωστόσο γίνεται σημαία των εξεγερμένων φοιτητών τον Μάη του 1968. Το 1970 αποτέλεσε έτος-σταθμό στη ζωή του έλληνα διανοουμένου. Μετά την απόκτηση της γαλλικής υπηκοότητας (ως τότε κινδύνευε να απελαθεί ανά πάσα στιγμή) απορροφήθηκε στη μελέτη της ψυχανάλυσης, ενώ διετέλεσε και εκδότης του περιοδικού «Textures» από το 1971 ως το 1975. Στο μεταξύ ο Καστοριάδης, ψυχαναλυτής πλέον, έλαβε μέρος στην Τέταρτη Ομάδα, όπως ονομάστηκε το κίνημα διαφωνούντων μέσα στη σχολή του Λακάν. Στο πλάι του η πρώτη σύζυγός του και ψυχαναλύτρια Πιέρα Ολινιέ. Εν συνεχεία διετέλεσε εκδότης του περιοδικού εντύπου «Libre» ως το 1980, οπότε και εξελέγη διευθυντής σπουδών στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού, όπου διοργάνωσε σεμινάριο με τίτλο «Η θέσμιση της κοινωνίας και η ιστορική δημιουργία».


Το 1989 ο Καστοριάδης επισκέφθηκε την Ελλάδα, όπου έδωσε σειρά διαλέξεων στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (το οποίο τον αναγόρευσε επίτιμο διδάκτορα), στον Βόλο, στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 75 ετών στο νοσοκομείο Λαενέκ του Παρισιού, στις 26 Δεκεμβρίου 1997, ύστερα από εγχείρηση ανοικτής καρδιάς. Σύμφωνα με δική του επιθυμία, στην κηδεία του δεν ακούστηκαν θρησκευτικοί ψαλμοί, παρά μόνον μια σονάτα του Μπετόβεν, και οι μνείες από τους φίλους και μαθητές του. Η σορός του ετάφη παρουσία της δεύτερης συζύγου του Ζωής και των δύο θυγατέρων του Κυβέλης και Σπάρτης, στο Κοιμητήριο του Μονπαρνάς. Κηδεύτηκε χωρίς την παρουσία ιερέων.


Στα σημαντικότερα έργα του που έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα συγκαταλέγονται: «Η γραφειοκρατική κοινωνία», «Η πείρα του εργατικού κινήματος», «Υπάρχει σοσιαλιστικό μοντέλο ανάπτυξης; Σκέψεις πάνω στην ανάπτυξη και την ορθολογικότητα», «Ουγγρική επανάσταση 1956», «Λαϊκές εξεγέρσεις στην Ανατολική Ευρώπη», «Η γαλλική κοινωνία», «Μπροστά στον πόλεμο», «Σύγχρονος καπιταλισμός και επανάσταση», «Χώροι του ανθρώπου», «Από την οικολογία στην αυτονομία», «Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα», «Η αρχαία ελληνική δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα», «Πρώτες δοκιμές», «Καιρός», «Οι ομιλίες στην Ελλάδα», «Τα σταυροδρόμια του λαβύρινθου», «Ο θρυμματισμένος κόσμος», «Ανθρωπολογία, πολιτική, φιλοσοφία», «Η ορθολογικότητα του καπιταλισμού», «η φανταστική θέσμιση της κοινωνίας», «Η άνοδος της σημαντότητας», «Διάλογοι», «Ο πολιτικός του Πλάτωνα». Μερικά από τα θέματα με τα οποία επανειλημμένα καταπιάστηκε ο Καστοριάδης είναι ο ρόλος των διανοουμένων και των πολιτών στις παρηκμασμένες δυτικές κοινωνίες του καπιταλισμού, η θέση των σύγχρονων ΜΜΕ, καθώς και η ανάπτυξη μιας δικής του θεωρίας για την εγκαθίδρυση μιας νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας η οποία πηγάζει απευθείας από την αυτόνομη δράση του προλεταριάτου χωρίς την παρεμβολή γραφειοκρατικών μηχανισμών.