Μια μάλλον άγνωστη πτυχή της Ιστορίας μας, που πάντως δεν εντοπίζεται στην επίσημη βιβλιογραφία, έρχεται στο φως με το άνοιγμα ενός αρκετά ογκώδους φακέλου του Διπλωματικού και Ιστορικού αρχείου ΥΠΕΞ. Πρόκειται για το κίνημα των Γιαγιάδων, των αδελφών Ιωάννη, Κίμωνα και Κωνσταντίνου Γιαγιά, διαβόητων «ληστών και κακοποιών», όπως αναφέρονται τόσο στα διπλωματικά έγγραφα όσο και στην εσωτερική αλληλογραφία των αρχών της ελληνικής διοίκησης.


Οι αδελφοί Γιαγιά, υπαίτιοι σειράς αδικημάτων, επωφελήθησαν του κλίματος εσωτερικής αναταραχής που επικρατούσε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι βραχύβιες κυβερνήσεις μετά την εκτέλεση των Εξ και την υποχρεωτική απομάκρυνση του μονάρχη στο εξωτερικό, και επεχείρησαν να οργανώσουν κίνημα στη Σάμο με σκοπό την απόσχιση της νήσου από το ελληνικό κράτος και την εγκατάσταση καθεστώτος αυτονομίας της. Μάλιστα, ο Ιωάννης Γιαγιάς, όπως προκύπτει από σχετικό έγγραφο (ΑΠ 4169 Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιώς) προοριζόταν ως πρώτος ηγεμόνας της Σάμου! Πίσω όμως από τους αδελφούς Γιαγιά βρισκόταν η Ιταλία, που έχοντας στην κατοχή της τη Δωδεκάνησο (τα νησιά Πάτμος και Κως ήσαν το ορμητήριο των φυγάδων στη Μούγλα της Μικράς Ασίας αδελφών Γιαγιά), έβλεπε ευχαρίστως την αυτονόμηση της γειτονικής Σάμου, για την οποία όμως προσδοκίες έτρεφε και η γειτονική Τουρκία που επίσης ενίσχυε με κάθε μέσο τους διαβόητους αδελφούς.


Πράγματι, παρά τις ανταλλαγείσες διακοινώσεις μεταξύ του πρέσβεως στην Αγκυρα Π. Α. Αργυρόπουλου και του τουρκικού ΥΠΕΞ αλλά και του υπουργείου Δικαιοσύνης με αίτημα τη συνδρομή της τουρκικής κυβέρνησης για τη σύλληψη και έκδοση των φυγοδίκων, η Τουρκία όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε αλλά επεφύλαξε ηρωική υποδοχή και ανεπανάληπτη φιλοξενία μυθικών ανέσεων και περιποίησης, όπως προκύπτει από τα παρακάτω έγγραφα, στους καταζητουμένους. Στην πραγματικότητα οι Γιαγιάδες, «γνωστοί φαυλόβιοι», σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση της ελληνικής πρεσβείας στην Αγκυρα που δημοσιεύθηκε άνευ σχολίων στο φύλλο της εφημερίδας «Χακιμιέτ Μιλιέ» της 9ης Ιουνίου 1925 (ΑΠ 2179 από Αγκυρα, 10 Ιουνίου 1925), είχαν διαπράξει σωρεία αδικημάτων και είχαν παραπεμφθεί από την επαναστατική κυβέρνηση να δικασθούν σε στρατοδικεία αρχικώς της Σάμου και μετά του Πειραιά. Τότε ήταν που έκαναν την πρώτη κινηματική απόπειρα, τον Ιούλιο του 1925. Μετά την αποτυχία της πρώτης απόπειρας και επειδή εξαιρέθηκαν από την αμνηστία που απένειμε στις 20 Μαρτίου του 1926 ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος, παραπέμφθηκαν από το έκτακτο στρατοδικείο Σάμου στο στρατοδικείο Αθηνών (ΑΠ 15058, υπουργείο Δικαιοσύνης προς ΥΠΕΞ). Τότε αποβιβάστηκαν για δεύτερη φορά στο νησί και με την επιρροή που ταχύτατα απέκτησαν «… επί του Σαμιακού λαού της υπαίθρου, ιδία δε της περιφερείας Μαραθοκάμπου, χάρις εις τον προσωπικόν των θάρρος…» (ΑΠ 4169, Αστυνομική Διεύθυνση Πειραιώς) εκινήθησαν «… προς σκοπούς ξένης δυνάμεως, της Ιταλίας» (ο.π.π.) επειδή δε, όπως αναφέρεται στο ίδιο έγγραφο «… ο Σαμιακός λαός ουδεμίαν τρέφει συμπάθειαν προς τους Ιταλούς, ο Ι. Γιαγιάς αποκρύπτων τους αληθινούς σκοπούς του διαδίδει καταλλήλως ότι άμα τη κηρύξει της αυτονομίας θα θέσει την νήσον υπό την προστασίαν των τριών Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας». Στο μεταξύ στο ίδιο έγγραφο αναφερόταν ότι «… η ιταλική προπαγάνδα ενεργεί διά την εγγραφήν όσων το δυνατόν περισσοτέρων Σαμίων ως Ιταλών υπηκόων… καθόσον οι έχοντες ταύτην (εν. υπηκοότητα) διευκολύνονται εις τας μετά των Δωδεκανησίων εμπορικάς σχέσεις».


Οι στασιαστές, έχοντας στρατολογήσει αρχικά περί τους 70 Σαμιώτες τους οποίους είχαν εφοδιάσει με μεγάλο αριθμό όπλων (18 σάκους με ιταλικά όπλα, 19 οπλοπολυβόλα και 2 ορεινά πολυβόλα. Βλέπε ίδιο έγγραφο ΑΠ 4169), επεχείρησαν για πρώτη φορά να κινηθούν στις 6 Ιουνίου 1925. Απέτυχαν όμως και αφού σκότωσαν σε συμπλοκές έναν ενωμοτάρχη της χωροφυλακής διέφυγαν στην απέναντι μικρασιατική ακτή ζητώντας άσυλο στη νέα Εφεσο (Κιουσάντασι). Για τις κινήσεις τους τότε ματαίως ενημέρωνε την Αθήνα υπάλληλος του υπουργείου Δικαιοσύνης που υπηρετούσε στη Σάμο, προκειμένου να λάβει μέτρα. Για τον λόγο αυτόν όταν οι πληροφορίες πλήθαιναν ότι το 1927 ετοιμαζόταν νέα απόπειρα, ο αστυνομικός υποδιευθυντής Πειραιώς γινόταν σαφής: «… ο κίνδυνος είναι μείζων λόγω περιπλοκών αίτινες θα δημιουργηθώσιν αν τα πράγματα αφεθώσι να εξελιχθώσι ως τα φέρουσιν αι πληροφορίαι μας».


Στο μεταξύ η ελληνική κυβέρνηση εξακολουθούσε να προσπαθεί με επιμονή να βρει ανταπόκριση στο αίτημά της για συνεργασία με τις διωκτικές αρχές της Τουρκίας. Ως τότε ο έλληνας πρέσβης στην Αγκυρα είχε στείλει δύο ρηματικές διακοινώσεις, μία στις 9 Αυγούστου προς τον υπουργό Εσωτερικών Μαχμούτ Εσάντ Μπέη και μία άλλη στις 18 Σεπτεμβρίου 1925 στον επί των Εξωτερικών Τεφίκ Ρουσδή, με τις οποίες ζητούσε τη βοήθεια της Τουρκίας στη σύλληψη των ληστών και, εφόσον ήταν προαπαιτούμενο, να υπογράψει το ταχύτερο η Ελλάδα με την Τουρκία παρόμοια συμφωνία με αυτήν που η τελευταία είχε υπογράψει με τη Ρωσία για διασυνοριακή συνεργασία. Μάλιστα, ο Αργυρόπουλος, όταν έλαβε καθυστερημένα στις 3 Νοεμβρίου θετική απάντηση από το τουρκικό ΥΠΕΞ, ζητούσε από το Κέντρο οδηγίες και προσχέδιο κειμένου συμφωνίας προς διαπραγμάτευση (ΑΠ 105, 3 Ιανουαρίου 1926). Στο μεταξύ, στις 10 Δεκεμβρίου ο αρχηγός ΓΕΣ Π. Σαρηγιάννης με εμπιστευτικό του έγγραφο προς το ΥΠΕΞ διατύπωνε επιφυλάξεις για την επιδιωκόμενη από την Ελλάδα υπογραφή συμφωνίας υπογραμμίζοντας «… ότι η σύναψις μιας συμφωνίας ως η αναφερομένη δεν έχει ουδένα λόγον, μάλλον δε θα γεννήση εις ημάς πράγματα διότι η τουρκική κυβέρνησις θα διαβλέπη οργανώσεις συνωμοσιών εις το έδαφός μας υπό των αντικεμαλικών οίτινες έχουν καταφύγει εν Ελλάδι και θα δημιουργή πάντοτε ζητήματα» (ΑΠ Ε. 3733/2627). Ετσι ή αλλιώς όμως σε προφορική συνομιλία Αργυρόπουλου και τούρκου ΥΠΕΞ στην Αγκυρα ο Ρουσδή άφηνε να εννοηθεί ότι η Τουρκία δεν ήταν υποχρεωμένη αφού συλλάβει να παραδώσει τους καταζητουμένους, σύμφωνα τουλάχιστον με τους όρους των συμφωνιών που είχε υπογράψει με τη Ρωσία και τη Γαλλία για τη Συρία, με τη διαφορά ότι η Συμφωνία της Μόσχας αφορούσε πολιτικούς και όχι ποινικούς παραβάτες (τηλεγράφημα από Αγκυρα ΑΠ 10557 4 Αυγούστου 1925).


Οι Γιαγιάδες φαίνεται ότι δεν είχαν μόνο θάρρος, αλλά και θράσος αφού, σύμφωνα με διασταυρωμένη πληροφορία του γενικού προξενείου Σμύρνης (ΑΠ 1191 28 Σεπτ. 1925) έστειλαν επιστολή στην Κοινωνία των Εθνών ζητώντας τη συνδρομή της! Και όντως είχε προηγηθεί με ημερομηνία 18 Σεπτεμβρίου έγγραφο του επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας στην ΚτΕ (Γενεύη ΑΠ 3245), με το οποίο ενημερωνόταν η κυβέρνηση ότι στην εν λόγω επιστολή «… του ληστάρχου Γιαγιά, προερχόμενη εκ Μούγλας, ζητείται η επέμβασις της Κοινωνίας των Εθνών προς επάνοδον των δήθεν εκ Σάμου εκδιωχθεισών τουρκικών οικογενειών». Στο ίδιο έγγραφο ο ίδιος προσέθετε: «Κατόπιν των παρασχεθεισών εις την Γενικήν Γραμματείαν της Κοινωνίας των Εθνών πληροφοριών ότι πρόκειται περί ληστάρχου, ούτινος η κεφαλή έχει επικηρυχθεί, ουδεμία ενέργεια πρόκειται να γίνη» (ο.π.π.).


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΑΣΙΑΣΤΗ «Περνάμε μόλα τα μεγαλεία…»


Κιουσάντασι, 6 Σεπτεμβρίου 1925


Αγαπημένη μου Κατίνα, χαίρε.


Μάθε, αγαπητή μου Κατίνα, πως άμα έφθασα στο Κιουσάντασι με υπεδέχθησαν με μεγάλον ενθουσιασμόν. Με πήρε σπίτι του ο Χασάν Βέης, ο λιμενάρχης, και δεν δύναμαι να σας περιγράψω τας μεγάλας περιποιήσεις. Εχομεν τας μεγαλυτέρας περιποιήσεις και με το αυτοκίνητον γυρίζομε την πόλη και τη νύκτα μάς έχουν υπασπιστήν και μας φυλούν σαν μεγάλους πασάδες. Είμαι ενθουσιασμένος με τους Τούρκους και το καλύτερον είναι που όλος ο κόσμος μιλά τα ελληνικά και έχει και πολλούς Ελληνας και Ιταλούς. Περνάμε μόλα τα μεγαλεία και όπου θέλομεν να πάμε η Κυβέρνησις μας έχει δωρεάν τα αυτοκίνητα και τα τραίνα και άμα μπούμε σε καφενείο αμέσως σηκώνονται και μας χαιρετούν…


Η κυρία Φωτεινή Τομαή είναι προϊσταμένη της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του υπουργείου Εξωτερικών.