Πυλώνες κάθε κρατικής οντότητας από την εποχή της Αναγέννησης, δηλαδή από την εποχή που δημιουργήθηκε το εθνικό αστικό κράτος όπως το εννοούμε σήμερα, είναι ο στρατός και το νόμισμα. Δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες αποδέχθηκαν τον Φεβρουάριο του 1992, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, να εκχωρήσουν το κυριαρχικό δικαίωμα του εκδοτικού προνομίου και την αυτονομία στην άσκηση εθνικής νομισματικής πολιτικής, σε όφελος ενός κοινού νομίσματος, του ευρώ, που θα επιτελεί τις τρεις βασικές λειτουργίες του χρήματος (μέσο πληρωμών, μονάδα μέτρησης αξιών και μέσο αποθεματοποίησης πλούτου). Το ευρώ γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1999 και από την 1η Ιανουαρίου 2002 θα αποτελεί νόμιμο χρήμα (legal tender) στις χώρες της ζώνης του ευρώ.


Στη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, που έγινε στη Φέιρα της Πορτογαλίας τον Ιούνιο, ελήφθη η απόφαση της πλήρους ένταξης της δραχμής στην οικονομία της ζώνης του ευρώ. Τούτο σημαίνει ότι τον Μάρτιο του 2002 η δραχμή θα αποτελεί πλέον παρελθόν, όπως άλλωστε και τα άλλα εθνικά νομίσματα των χωρών-μελών. Η 28η Φεβρουαρίου 2002 θα είναι η τελευταία ημέρα κυκλοφορίας της δραχμής σε φυσική μορφή.


Η νομισματική ενοποίηση της Ευρώπης δεν αποτελεί το μοναδικό εγχείρημα νομισματικής συνεργασίας στην παγκόσμια οικονομική ιστορία. Υπήρξαν πολλές προσπάθειες χωρών, άλλες επιτυχείς και άλλες όχι, να συνδέσουν τα νομίσματά τους με κάποιο πολύτιμο μέταλλο ή με το νόμισμα της πιο ισχυρής οικονομίας στη γεωγραφική περιοχή τους. Η πρόθεση συμμετοχής τους σε μια νομισματική ένωση υπαγορευόταν από την ανάγκη, πρώτον, της μείωσης του συναλλαγματικού κινδύνου στις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές, δεύτερον, της μείωσης του πιστωτικού κινδύνου και, τρίτον, της εξασφάλισης αξιοπιστίας στην άσκηση αντιπληθωριστικής πολιτικής.


Για την Ελλάδα και τη δραχμή τα διδάγματα του παρελθόντος είναι πολύ σημαντικά. Από την εποχή της δημιουργίας του νεότερου ελληνικού κράτους, οι κυβερνήσεις κατέβαλαν προσπάθειες, πολλές φορές επώδυνες, να παρακολουθήσουν τις διεθνείς νομισματικές εξελίξεις. Και τούτο διότι κατανοούσαν ότι η συμμετοχή μιας φτωχής περιφερειακής χώρας, με ασθενές νόμισμα και υπανάπτυκτη χρηματαγορά, σε μια νομισματική λέσχη ισχυρών οικονομιών, όπως η Λατινική Νομισματική Ενωση (ΛΝΕ) του 19ου αιώνα, βελτίωνε σημαντικά τη διεθνή πιστοληπτική ικανότητα και απέφερε οφέλη σε όρους συναλλαγματικής και νομισματικής σταθερότητας.


Αλλά τι ήταν η ΛΝΕ; Για ποιον λόγο δημιουργήθηκε; Γιατί η δραχμή εισήλθε στην Ενωση; Ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.


Η δημιουργία της Ενωσης


Στην Ευρώπη του 19ου αιώνα δύο χώρες ανταγωνίζονταν μεταξύ τους για πολιτική και οικονομική κυριαρχία, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία. Η Μεγάλη Βρετανία από το 1717 ακολουθούσε de facto έναν κανόνα χρυσού. Η Γαλλία είχε υιοθετήσει τον διμεταλλισμό και το 1785 όρισε την αναλογία τιμής χρυσού-αργύρου στο 1:15,5, που παρέμεινε σταθερή ως την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κυριαρχία του Ναπολέοντα στην Ευρώπη ανέδειξε το γαλλικό φράγκο σε διεθνές νόμισμα στην περιοχή και κατέδειξε την ανάγκη υιοθέτησης του διμεταλλικού συστήματος της Γαλλίας. Ακόμη και μετά τους ναπολεόντειους χρόνους, η Γαλλία ήταν για τις χώρες του γεωγραφικού της περίγυρου ο κύριος εισαγωγέας των προϊόντων τους και ο βασικός δανειστής τους.


Η ΛΝΕ θεωρείται από πολλούς ιστορικό ανάλογο του πρόσφατου εγχειρήματος της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ενωσης. Σχεδιάστηκε για τους ίδιους λόγους που στην αυγή της νέας χιλιετίας υιοθετείται το ευρώ, δηλαδή «τη δημιουργία μιας λίμνης νομισματικής σταθερότητας στη μέση ενός ταραγμένου ωκεανού» (de Cecco 1996, σελ. 56). Ηταν στην ουσία ένα μεταλλικό καθεστώς, στο οποίο τα δύο πολύτιμα μέταλλα, χρυσός και άργυρος, χρησιμοποιούνταν ως numeraire, δηλαδή ως μέτρο προσδιορισμού της αξίας όλων των υπολοίπων νομισμάτων. Το όφελος από τη δημιουργία της ΛΝΕ ήταν ο μετριασμός των διακυμάνσεων στην αγοραία τιμή χρυσού και αργύρου που προκαλούνταν από τις ανακαλύψεις νέων κοιτασμάτων του πολύτιμου μετάλλου.


Σημαντικές διαφορές


Υφίστανται ωστόσο σημαντικές διαφορές. Πρώτον, η ΛΝΕ ήταν μια λέσχη νομισματικής σταθερότητας στην οποία συμμετείχε ένας εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός χωρών με στενούς γεωγραφικούς, ιστορικούς και εμπορικούς δεσμούς. Βασιζόταν στην κυκλοφορία μεταλλικών νομισμάτων και επέβαλε σταθερές ισοτιμίες. Η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ενωση αποτελεί μετεξέλιξη μιας ήδη υφιστάμενης κοινής αγοράς 15 χωρών. Δεύτερον, στη ΛΝΕ δεν υπήρχε ένα κοινό νόμισμα που να επιτελεί τις λειτουργίες του χρήματος. Αν και το γαλλικό φράγκο ήταν το διεθνές αποθεματικό μέσο, επιτρεπόταν η παράλληλη κυκλοφορία όλων των εθνικών νομισμάτων στις εγχώριες συναλλαγές. Τρίτον, στη ΛΝΕ δεν υπήρχε μια κεντρική νομισματική αρχή, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ο έλεγχος της προσφοράς χρήματος παρέμενε στις εθνικές νομισματικές αρχές. Δεν υπήρχε καμία συμφωνία για την έκδοση τραπεζογραμματίων από κάθε χώρα-μέλος. Η μόνη συμφωνία αφορούσε το εκδοτικό προνόμιο νομισμάτων χαμηλών υποδιαιρέσεων (6 φράγκα ανά κάτοικο) και ο μόνος νομισματικός περιορισμός ήταν το υφιστάμενο απόθεμα σε μεταλλικό. Τέταρτον, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί η ΛΝΕ προθάλαμος για τη δημιουργία πολιτικής ένωσης. Πέμπτον, η συμμετοχή στη ΛΝΕ απαιτούσε νομισματική πειθαρχία, αλλά αυτή δεν επιχειρήθηκε να εξασφαλιστεί μέσω ενός θεσμικού πλαισίου που να επιβάλλει αυστηρά κριτήρια στη δημοσιονομική διαχείριση εκ μέρους είτε των υποψηφίων χωρών (Συνθήκη Μάαστριχτ) είτε των συμμετεχουσών χωρών (Σύμφωνο Σταθερότητας).


Οι μεγάλες ανακαλύψεις χρυσού κατά τις δεκαετίες του 1850 και του 1860 μείωσαν την τιμή αγοράς του χρυσού σε σχέση με τον άργυρο, προκαλώντας εισροή χρυσού και εκροή αργύρου. Η εσωτερική αξία των αργυρών νομισμάτων, δηλαδή η τιμή του περιεχόμενου αργύρου, υπερέβαινε την ονομαστική αξία τους. Λιώνονταν λοιπόν για να πουληθούν ως μέταλλο. Η σπανιότητα των αργυρών νομισμάτων προκάλεσε σημαντικές δυσχέρειες στις συναλλαγές. Η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ιταλία και η Ελβετία αποφάσισαν να συνεργαστούν για τη διατήρηση του διμεταλλισμού. Στις 23 Δεκεμβρίου 1865 υπεγράφη στο Παρίσι η συνθήκη ίδρυσης της ΛΝΕ. Οι νομισματικές αρχές κάθε χώρας ήταν υποχρεωμένες να εκδίδουν χρυσά και αργυρά νομίσματα ίσου βάρους και βαθμού καθαρότητας στη σταθερή αναλογία 1:15,5. Το γαλλικό φράγκο (αργυρό και χρυσό πεντόφραγκο) αποτέλεσε την κοινή νομισματική μονάδα. Η τράπεζα της Γαλλίας διατηρούσε μεγάλα αποθέματα σε μεταλλικό (κυρίως σε άργυρο), ανταλλάσσοντας κατά το δοκούν τα τραπεζογραμμάτια είτε με χρυσό είτε με άργυρο, και λειτουργούσε ως «δανειστής ύστατης προσφυγής» για τις άλλες κεντρικές τράπεζες.


Η έναρξη του Γαλλοπρωσικού Πολέμου (1870-71) σηματοδότησε το τέλος του διμεταλλισμού. Η Γαλλία έχασε τον πόλεμο και η Γερμανία, με την τεράστια πολεμική αποζημίωση σε χρυσό που έλαβε από τη Γαλλία, χρηματοδότησε τη μετάβασή της στον κανόνα χρυσού. Οι μαζικές πωλήσεις αργύρου προκάλεσαν την απότομη υποτίμησή του, απειλώντας με έξαρση του πληθωρισμού τις χώρες σε κανόνα αργύρου. Το 1878 οι χώρες της ΛΝΕ ανέστειλαν οριστικά την κοπή αργυρών νομισμάτων, υιοθετώντας τον κανόνα χρυσού.


Η εμπειρία της δραχμής


Η Ελλάδα υιοθέτησε τον διμεταλλισμό το 1833 με την εισαγωγή της δραχμής του Οθωνα. Η δραχμή βασιζόταν στο δίστηλο, ένα κατ’ εξοχήν αργυρό νόμισμα που χρησιμοποιούνταν στις εμπορικές συναλλαγές των ισπανικών αποικιών της Νότιας Αμερικής με κύριο χαρακτηριστικό την εύκολη παραχάραξή του. Για τη διευκόλυνση των συναλλαγών εξαιτίας της περιορισμένης ποσότητας δραχμών σε κυκλοφορία, επιτρεπόταν διά νόμου η ελεύθερη κυκλοφορία ξένων νομισμάτων. Στην πλειονότητά τους όμως ήταν φθαρμένα, με ονομαστική αξία πολύ μεγαλύτερη από την αγοραστική τους. Το «κακό» νόμισμα γρήγορα έδιωξε την ασημένια δραχμή. Οι κάτοχοί τους τα αντάλλασσαν με δραχμές, τις οποίες στη συνέχεια έλιωναν για να πάρουν το πολύτιμο μέταλλο. Στα μέσα της δεκαετίας του 1860 η Ισπανία εγκατέλειψε το νομισματικό σύστημα του διστήλου. Την ίδια εποχή οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές γίνονταν σε νόμισμα ευθέως μετατρέψιμο σε πολύτιμο μέταλλο σε ορισμένη αναλογία. Οι ελληνικές κυβερνήσεις προσδοκούσαν ότι με την ένταξη της χώρας στη ΛΝΕ θα επιλυόταν το νομισματικό πρόβλημα (Κεχαγιάς, 1875). Πρώτον, η χώρα δεν θα αντιμετώπιζε πλέον σπανιότητα χρήματος, αφού οι εγχώριες συναλλαγές θα διεξάγονταν και σε γαλλικά φράγκα. Δεύτερον, η σύνδεση της δραχμής με το γαλλικό φράγκο σε μια σταθερή τιμή θα μετρίαζε τις συναλλαγματικές διακυμάνσεις και, τρίτον, θα βελτιωνόταν η πρόσβαση στη διεθνή χρηματαγορά του Παρισιού.


Με τον νόμο Περί Νομισματικού Συστήματος (Απρίλιος, 1867) η Ελλάδα υπέγραψε τη συμφωνία της ΛΝΕ, αποδεχόμενη την αρχή του διμεταλλισμού και την ταύτιση της χρυσής δραχμής με το χρυσό γαλλικό φράγκο (ισοτιμία 1:1). Η επιβολή της αναγκαστικής κυκλοφορίας τον Δεκέμβριο του 1868 εν όψει των πολεμικών γεγονότων στην Κρήτη αφενός, και οι ανεπαρκείς εκδόσεις της νέας δραχμής αφετέρου, ανέβαλαν την εφαρμογή του συστήματος της ΛΝΕ. Η μετατρεψιμότητα επανήλθε το 1870 μετά τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Η προετοιμασία όμως για τη συμμετοχή στη ΛΝΕ καθυστέρησε. Νέες πολεμικές περιπέτειες με την Τουρκία υποχρέωσαν την Ελλάδα σε μονιμότερη αναστολή της μετατρεψιμότητας της δραχμής. Στο μεταξύ οι διεθνείς νομισματικές συνθήκες άλλαξαν με την κατάρρευση του διμεταλλισμού και τη σύνδεση των χωρών της ΛΝΕ με τον κανόνα χρυσού.


Συναλλαγματικές κρίσεις


Ωστόσο σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα οι κυβερνήσεις κατέβαλαν αξιόπιστες προσπάθειες επαναφοράς της μετατρεψιμότητας με απώτερο σκοπό τη βελτίωση της διεθνούς πιστοληπτικής ικανότητας. Η αντιπληθωριστική πολιτική μετά το τέλος των εχθροπραξιών το 1869 και το 1878, η υποτίμηση της δραχμής το 1882, η ολιγόμηνη (ανεπιτυχής όμως) σύνδεση με τον διεθνή κανόνα χρυσού το 1885, η αποφυγή της νομισματικής χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων μετά το 1885 και η προσφυγή σε υπέρμετρο εξωτερικό δανεισμό αποτελούν ιστορικές διαπιστώσεις μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Υστερα από μια μακρόχρονη περίοδο (πάνω από 40 έτη), κατά τη διάρκεια της οποίας η χώρα είχε την εμπειρία μιας οξείας οικονομικής κρίσης που κορυφώθηκε με την πτώχευση του 1893, γνώρισε εθνικές περιπέτειες με τον πόλεμο του 1897 αλλά και αναγκάστηκε να δεχθεί την επιβολή πειθαρχίας στη δημοσιονομική και νομισματική διαχείριση μέσω της εγκαθίδρυσης του Διεθνούς Ελέγχου το 1898, η δραχμή επέτυχε εν τέλει την ένταξή της στη ΛΝΕ τον Μάρτιο του 1910. Η σύνδεσή της με το γαλλικό φράγκο έγινε στην αρχική ισοτιμία 1:1 (βλ. διάγραμμα), εγκαινιάζοντας τη «χρυσή εποχή» της δραχμής που διακόπηκε όμως βίαια το 1914. Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τερματίζεται η ειρηνική περίοδος στην Ευρώπη. Η παγκόσμια οικονομία εισήλθε σε μια περίοδο έντονων νομισματικών και συναλλαγματικών κρίσεων που διήρκεσε ως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. *


* Η κυρία Σοφία Λαζαρέτου είναι στέλεχος της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών στην Τράπεζα της Ελλάδος. Διετέλεσε λέκτορας Διεθνών Νομισματικών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (1994-1997). Οι απόψεις που παρουσιάζονται στο άρθρο δεν απηχούν κατ’ ανάγκην τις απόψεις της Τράπεζας της Ελλάδος.