Συχνά διατυπώνεται η θέση ότι η γλώσσα δεν είναι ποτέ «αθώα». Και, όπως συμπλήρωνε αυτή την υπενθύμιση ο Roland Barthes, οι «λέξεις διαθέτουν μια δεύτερη μνήμη που μυστηριωδώς επιβιώνει στη μέση νέων σημασιών» («Ο βαθμός μηδέν της γραφής», 1959). Βέβαια αυτή η ενδιάμεση προσφυγή στο επίρρημα «μυστηριωδώς» εκτονώνεται, αν υιοθετηθεί η συναφής προτροπή του Condillac: «Δεν αρκεί για ένα φιλόσοφο», ή για έναν κοινωνικό επιστήμονα σήμερα, «να λέει ότι ένα πράγμα έγινε με παράξενα μέσα· είναι καθήκον του να εξηγεί πώς θα μπορούσε να είχε γίνει με φυσικά μέσα» (1746).


Η απουσία «αθωότητας» ή «ουδετερότητας», όπως την ευαγγελίζεται ο εργαλειακός λόγος, καθίσταται περισσότερο δυσχερής στα λεξικά οποιασδήποτε γλώσσας, ιδίως ως προς τον τρόπο συγκρότησης της ολότητας των λημμάτων που περιλαμβάνουν καθώς και ως προς την οριοθέτηση των ιστορικών και κοινωνικών ορίων της γλώσσας που λεξικογραφείται. Με άλλα λόγια, οι ιδεολογικές προκείμενες του λεξικογράφου, όταν μάλιστα και ο ίδιος κατανοεί ότι το έργο του δεν μπορεί να εκληφθεί ως απλή φωτογράφηση ενός αυτονόητου γλωσσικού τοπίου, χρωματίζουν τον τρόπο νοηματοδότησης του όλου εγχειρήματος και ειδικότερα επηρεάζουν την επιλογή και την έκθεση του υλικού του.


Η «Κοινή Νέα Ελληνική»


Τώρα που έχει παρακαμφθεί η αξίωση ισχύος του φολκλόρ μέσω της τηβέννου εμφανίζεται περισσότερο εφικτή η νηφάλια αντιμετώπιση του «Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσας» που συνέθεσε ο Γ. Μπαμπινιώτης. Πρωτίστως νομίζω ότι ενδιαφέρει η μορφή του λεξικογραφικού «αναστοχασμού» (ο όρος παραδόξως δεν λημματογραφείται), δηλαδή πώς το ανά χείρας (2.064 πυκνοτυπωμένες σελίδες) Λεξικό ορίζει τι είναι λεξικό: «Το συστηματικό έργο που συγκεντρώνει, κατ’ αλφαβητική συνήθως σειρά, λέξεις μιας γλώσσας παρέχοντας ποικίλες πληροφορίες (ερμηνευτικές, ετυμολογικές, ορθογραφικές, γραμματικές, συντακτικές) ανάλογα με το είδος των λημμάτων που περιέχει…» (σ. 1007). Ανατρέχοντας στο λήμμα «συστηματικός» (σ. 1738) διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για ενέργεια που «σχετίζεται με σύστημα, με σύνολο δηλ. στοιχείων αλληλοεξαρτώμενων βάσει καθορισμένων σχέσεων ή κανόνων». Επομένως οι «λέξεις» διαδέχονται η μία την άλλη, αλφαβητικά, ως επεξεργασμένα λήμματα που προσφέρουν κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο «πληροφορίες»: γραμματικές, συντακτικές (για τα ρήματα), «ερμηνεύματα», λεξιλογικές φράσεις, συνώνυμα και αντώνυμα, ετυμολογία και κάποτε σχόλια (σ. 29).


Αυτό που νοεί σήμερα ο συντάκτης του Λεξικού ως «Κοινή Νέα Ελληνική» (μάλλον δεν εξακολουθεί να την τοποθετεί με τον ίδιο τρόπο, όπως παλαιότερα, «πέρα της καθαρευούσης και της δημοτικής») λεξικογραφείται εξαντλητικά με γνώμονα την κατευθυντήρια αρχή (σ. 27) ότι πρόκειται για «γλωσσικό υλικό σε όποια μορφή της σύγχρονης γλώσσας μας κι αν χρησιμοποιείται (προφορική ή γραπτή), σε όποιο ύφος (καθημερινό, οικείο, επίσημο, λόγιο, αρχαιοπρεπές), σε όποιο περιβάλλον χρήσης (κοινή χρήση, καθημερινή χρήση, λογοτεχνία, Τύπος, λαϊκή ομιλία, ευρύτερα γνωστές διαλεκτικές χρήσεις, γνωστές λέξεις αργκό)». Ο ορίζοντας λοιπόν των λημμάτων αποτυπώνεται με κριτήριο τη «χρήση» ­ η «σημασία ως χρήση», κατά την προσφυγή στον Wittgenstein (σ. 2039). Τόσο όμως η πρόταξη του μορφώματος της «Κοινής Νέας Ελληνικής» όσο και η ρευστή χρήση της «χρήσης» εξορκίζουν απλώς την κανονιστικότητα χωρίς και να την περιορίζουν από το στάδιο της (προ)επιλογής και της διαμόρφωσης των λημμάτων. Σε κάθε περίπτωση κρύβεται ακέραιο το «υπερβατικό υποκείμενο» που καθορίζει τα όρια της γλώσσας ως όρια του λεξικού που συντάσσει: «οριοθετεί το νοητό και συνακόλουθα το μη νοητό», το επιλέξιμο λεξικογραφικά ή μη, για να επικαλεσθούμε με τη σειρά μας τον πρώιμο και τον ύστερο Wittgenstein.


Η «χρήση» σε δεύτερη μοίρα


Μάλλον το μόρφωμα της «Κοινής Νέας Ελληνικής» προηγείται όπως η «σιδηροτροχιά που δεσμεύει την ατμάμαξα». Επομένως τα επί μέρους λήμματα που συνθέτουν δευτερογενώς την ολότητά της την προϋποθέτουν κατά τέτοιον τρόπο που να θέτουν σε δεύτερη μοίρα τη «χρήση». Μάλιστα αυτή η προτεραιότητα του χρήστη-λεξικογράφου διαφαίνεται τόσο στην ετυμολογική πληροφορία (που υποδεικνύει μια ορισμένη γενετική σχέση παρελθόντος και παρόντος) όσο κυρίως στο «ερμήνευμα», που αντιμετωπίζεται ως «ορισμός» της «σημασίας/σημασιών» και για τούτο προβάλλεται ως το «κύριο και το δυσκολότερο έργο» (σ. 30) του λεξικογράφου ­ «στο παρόν Λεξικό έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στους ορισμούς των λέξεων, στην εξήγηση των σημασιών με ακρίβεια, πληρότητα και σαφήνεια» (σ. 14). Εδώ ακριβώς παρεισφρέουν οι «χαρακτηρισμοί» (σ. 29) που «προσδιορίζουν τη χρήση (σε ποιες μορφές και περιπτώσεις επικοινωνίας χρησιμοποιείται μια λέξη ή φράση)». Ο «ορισμός» ωστόσο υπήρξε το σημείο αιχμής της κριτικής που ασκήθηκε, από την αυγή της νεότερης σκέψης, στη σύζευξη λογικής και μεταφυσικής, κατά την πρόθεση του Αριστοτέλη να χρησιμοποιηθεί το «γένος» και η «ειδοποιός διαφορά» στη σύλληψη της «ουσίας» του πράγματος. Αν στο πεδίο της γλωσσικής επικοινωνίας η «μεταφυσική» αντικατασταθεί από την «ιδεολογία», τότε η επίτευξη της «κυριολεξίας» θέτει κάθε φορά το ζήτημα ερμηνείας της τουλάχιστον ως προς τις επιλογές που υπονοεί.


Ο συντάκτης του Λεξικού θεωρεί και ο ίδιος «νόμιμη» τη χρήση του όρου «λεξικογραφική ιδεολογία». Μάλιστα τη χρησιμοποιεί στο εκτενές «Επίμετρο» (υιοθετώντας σχετική θεώρηση του Κ.Θ. Δημαρά, από την οποία αντλείται και ο τίτλος του παρόντος άρθρου) όχι μόνο για την εργασία του Στ. Κουμανούδη (η «λεξικογραφική και γλωσσική ιδεολογία του», η «νεολογία είναι ιδεολογία») όσο και για τις περιπτώσεις του Κοραή (με αυτόν «παίρνει για πρώτη φορά έναν ιδεολογικό χαρακτήρα…»), του Σκαρλάτου Βυζάντιου (η «ιδεολογία κατευθύνει τη λεξικογραφία του») και του Π. Βλαστού («Κι εδώ η ιδεολογία οδηγεί τη λεξικογραφία»). Τι εννοείται στις διαδοχικές αυτές αποφάνσεις που για τους μετά τον Βλαστό λεξικογράφους εκλείπουν;


Προσήλωση σε κάποια «αρχή»


Ο Δημαράς στο εισαγωγικό κείμενό του (1980) στην επανέκδοση της «Συναγωγής νέων λέξεων», εκτός από τα οικεία συμφραζόμενα, αναφέρεται ρητά στη «διαμόρφωση της ιδεολογίας» του «νέου ελληνισμού», στις «πολιτικές, ιδεολογικές, αντιθέσεις» που χωρίζουν Κουμανούδη και Παπαρρηγόπουλο ή στις «δύο ιδεολογίες που εμφανίζονται εδώ αντιμέτωπες». Ειδικότερα τη «Συναγωγή» του πρώτου διατρέχει η «ροπή προς την ενότητα ανάμεσα στον αρχαίο και τον νεότερο ελληνικό κόσμο», γεγονός που την ανάγει σε «έκφραση εθνικής ψυχολογίας και ιδεολογίας». Ο συντάκτης αντίθετα του Λεξικού στο οικείο λήμμα (σσ. 773-774) ορίζει την «ιδεολογία» ως «μορφή πολιτικής, κοινωνικής ή ηθικής φιλοσοφίας με πρακτικό και θεωρητικό χαρακτήρα» και «ειδικότερα» ως «πολιτική, κοινωνική ή ηθική αρχή, την οποία υπηρετεί κανείς με πίστη, αφοσίωση και πλήρη ανιδιοτέλεια». Ετσι συνάγει ότι «ιδεολόγος» είναι «το πρόσωπο που υπηρετεί μια ιδέα με αφοσίωση και ανιδιοτέλεια», δηλαδή ο «αγωνιστής ­ και ενίοτε ­ «αιθεροβάμων» κατά την αντίληψη των περισσότερο «ρεαλιστικά» σκεπτομένων». Παρακάμπτω τις πραγματολογικές ανακρίβειες που εμφιλοχωρούν («πβ. αγγλ. ideology», «η λ. μαρτυρείται από το 1782», «πβ. γαλλ. ideologue», «η λ. μαρτυρείται από το 1818») και τη σιωπηρή συμφωνία με τον Κουμανούδη ως προς τη μία από αυτές, ενώ το ερώτημα έρχεται αβίαστα: ο συγγραφέας της «Συναγωγής» με ποιο πρίσμα υπήρξε «ιδεολόγος»; Επιπλέον: σε τι συνίσταται η «ιδεολογία», ως προσήλωση σε κάποια «αρχή», του ακαταπόνητου πράγματι λεξικογράφου του καιρού μας;


Ο,τι εξάγεται από τη μεταχείριση του ελληνογενούς αυτού γαλλικού όρου ενυπάρχει και σε εκατοντάδες λήμματα που αντλούνται από τη σημερινή θεωρητική σκευή των κοινωνικών επιστημών και της φιλοσοφίας. Η ορθή κατά τα άλλα αναγνώριση ότι το «θέμα των επιστημονικών όρων» είναι «ιδιαίτερο οξύ και λεπτό», γεγονός που οδηγεί τον λεξικογράφο να περιλάβει στο πόνημά του «μεγάλο αριθμό από επιστημονικούς όρους», κρίνοντας ότι «χρησιμοποιούνται στη γλωσσική επικοινωνία των πολλών» (σ. 28), δεν συνοδεύεται συχνά από τη μέριμνα περιορισμού των ανακριβειών, παραλείψεων και παρανοήσεων. Ενδεικτική είναι η σταχυολόγηση: «μεταφυσική», «ιστορία», «επιστημολογία», «γνωσιολογία», «διανοούμενοι», «λαϊκισμός», «βοναπαρτισμός», «αειφορία», «ψυχανάλυση», «πολιτισμός». Αστερισμοί δηλαδή λημμάτων που απαιτούν νέα επεξεργασία, μερική ή ολική, για τους εξής λόγους.


Η «μεταφυσική» ως προς την εγχώρια εκδοχή της προσγράφεται, κατά την υπόδειξη ήδη του Κουμανούδη, στον Ευγένιο Βούλγαρη (1766), ενώ ήταν τουλάχιστον γνωστή στον Somavera (1709) και ως «μεταφυσικόν» στον Γ. Βλάχο (+1685). Ορίζεται ως «κλάδος της φιλοσοφίας, που πραγματεύεται τις πρώτες αρχές και τις αιτίες των όντων και είναι στενά συνδεδεμένος με την επιστημολογία» ή «γενικότερα» ως «κάθε γενική και αφηρημένη θεωρία που ερμηνεύει κάτι με τρόπο μη ορθολογικό» (σ. 1094). Συναφώς, η «πραγματολογία» («pragmatics») ταυτίζεται με τον «πραγματισμό ή την πραγματοκρατία» (σ. 1478), δηλαδή με τη «φιλοσοφική θεωρία που δέχεται ότι ο κόσμος υφίσταται κατά συγκεκριμένο και αντικειμενικό τρόπο ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο τον προσλαμβάνει κανείς» ή «κυρίως» αντιδιαστέλλεται «προς τον νομιναλισμό» (διευρύνοντας έτσι τον συμφυρμό «πραγματισμού», «Pragmatik» και μεσαιωνικού «ρεαλισμού»). Η «πραγμοποίηση», στην ίδια σελίδα, αντιμετωπίζεται ως μεταφραστικό δάνειο (με «πβ. αγγλ. reification») και ορίζεται ως «μετατροπή αφηρημένης έννοιας ή και προσώπων σε αντικείμενο, πράγμα», ενώ στον «μαρξισμό» (με παραπομπή στο λήμμα «αλλοτρίωση») ως «μετατροπή των ανθρώπινων σχέσεων σε σχέσεις μεταξύ αντικειμένων» (η «Verdinglichung» συμφύρεται με την «Entfremdung»).


Ως προς την ιστορία, δεν διακρίνεται η πραγματικότητα από την επιστημονική της έρευνα στα δευτερογενή λήμματα «ιστορικισμός» και «ιστορισμός»: από τη μια πρόκειται για τη «θεωρία και μέθοδο έρευνας που εμφανίστηκε κατά τον 19ο αι. ως αντίδραση στην κυριαρχία του θετικισμού στις κοινωνικές επιστήμες και βασίζεται στην αρχή ότι μόνη η ιστορία καθορίζει την πραγματικότητα, τη γνώση και την επιστήμη» και από την άλλη για τη «θεωρητική θέση σύμφωνα με την οποία τα γεγονότα ερευνώνται σε συνάρτηση με την ιστορική πραγματικότητα στην οποία εμφανίζονται και αντιμετωπίζονται σε σχέση με την εξέλιξή τους» (σσ. 795-796). Ετσι, με τον νέο αυτό συμφυρμό ούτε ο Πουλαντζάς ούτε ο Γληνός θα αναγνώριζαν τον χαρακτηρισμό των αντιλήψεών τους, όταν μάλιστα ο πρώτος όρος αντλείται από τον αγγλικό «historicism» (και όχι από τον γερμανικό «Historizismus») και ο δεύτερος από τον «γερμ. Historicismus» (ενώ πρόκειται για τον «Historismus»). Συναφώς, η «ιστορικότητα» αντιμετωπίζεται ως η «ιδιότητα ενός γεγονότος να αποτελεί μέρος ή να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ιστορίας», ενώ ως «ιστοριογραφία» ορίζεται η «έκθεση γεγονότων του παρελθόντος με λογοτεχνικό τρόπο και με βάση την κριτική έρευνα, την παράδοση και την προσωπική εμπειρία». Ο «ιστορικός υλισμός» (σ. 796), τέλος, ταυτίζεται με τη «μαρξιστική θεωρία για την ιστορία και την κοινωνία, σύμφωνα με την οποία οι ιδέες και οι κοινωνικοί θεσμοί (το εποικοδόμημα ή υπερδομή) είναι αντανάκλαση της οικονομικής βάσης». Ιδού ένα παράδειγμα μιας τέτοιας οπτικής: «κεφαλαιοκράτης» είναι «αυτός που εκμεταλλεύεται τα κεφάλαια που διαθέτει, εξασφαλίζοντας σταθερό εισόδημα από αυτά» (σ. 889).


Επιστημολογία και γνωσιολογία


Ως «επιστημολογία» εκλαμβάνεται ο «επιστημονικός κλάδος» που «έχει ως αντικείμενο έρευνας και μελέτης του την ίδια την επιστήμη, δηλαδή τον ακριβή καθορισμό των ερευνητικών πεδίων και των μεθοδολογικών εργαλείων» (σσ. 661-662), ενώ μαζί με τον Κουμανούδη διαπιστώνεται ότι η λέξη «μαρτυρείται από το 1878». Συναφώς, ως «επιστήμη» νοείται το «σύνολο συστηματικών και επαληθεύσιμων γνώσεων, καθώς και η έρευνα αυστηρώς καθορισμένων πεδίων του επιστητού με συγκεκριμένες και ορθολογικές μεθόδους, λ.χ. την παρατήρηση, το πείραμα, την υπόθεση, την επαγωγή». Η «γνωσιολογία» (μεταφραστικό δάνειο, κατά τον συντάκτη του Λεξικού, από το αγγλ. «epistemology» και όχι από το «Gnoseologia» ή «Gnosiologia» του Α. Calov, από το 1633) ορίζεται ως «επιστημονική μελέτη της θεωρίας και της εγκυρότητας της γνώσης και ειδικότερα της διαφοράς μεταξύ γνώσης και πίστης». Ως «αλχημεία» (σ. 132) πάντως αντιμετωπίζεται ο «συνδυασμός της προδρομικής επιστήμης της Χημείας με τη Φιλοσοφία κατά τον Μεσαίωνα», με τη μνεία της «φιλοσοφικής λίθου» ως επιδίωξής της.


Οι «διανοούμενοι» άλλοτε συναρτώνται με την αγγλική (σ. 947) και άλλοτε με τη γαλλική εκδοχή του όρου (σ. 495), ενώ απουσιάζει ­ όπως και στον Κουμανούδη ­ η δήλωση του χρόνου εμφάνισης στη γλώσσα μας του μεταφραστικού αυτού δανείου. Ως παράδειγμα «διανοητή» εκλαμβάνεται ο «Ελευθέριος Παπανούτσος» (σ. 495), δεν λημματογραφείται η «διανοητική εργασία» και κυρίως αγνοείται ο στενός και ο ευρύς ορισμός των «διανοουμένων», με αποτέλεσμα να ταυτίζεται η «ιντελιγκέντσια» με την «πνευματική ηγεσία» (σ. 495). Αντίστοιχα, ο «λαϊκισμός» ­ στον Κουμανούδη επίσης οφείλεται η χρονολόγηση της εμφάνισης του όρου ­ αντιμετωπίζεται ερήμην του «populisme» και ορίζεται απλώς ως «κολακεία των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του λαού» (σ. 991), ενώ το «λαϊκό δικαστήριο» (σ. 991) είναι το «δικαστήριο που συγκροτείται από μη νομικούς επαγγελματίες δικαστές σε περιόδους πολιτικής εκτροπής και ανατροπής της έννομης τάξης». Ως «βοναπαρτισμός» (σ. 383) θεωρείται το «πολιτικό σύστημα που εφαρμόσθηκε από τη δυναστεία την οποία ίδρυσε στη Γαλλία ο Ναπολέων Βοναπάρτης…». Η «αειφορία» (σ. 75) εκτίθεται μόνο ως «βασική αρχή της δασοπονίας», ως απόδοση του όρου «rapport soutenu», και δεν λημματογραφείται η «αειφόρος» ανάπτυξη (από το «sustainable development»). Η «ψυχανάλυση» αντιμετωπίζεται ως η «θεωρία του Αυστριακού ψυχιάτρου Σ. Φρόυντ, η οποία βασίζεται στη διερεύνηση κυρ. των ασύνδετων ψυχικών διεργασιών» (σ. 2017). Ο «πολιτισμός» (σ. 1458), τέλος, προσγράφεται ως μεταφραστικό δάνειο στον αγγλικό όρο «civilisation», ακολουθείται σιωπηρά ο Κουμανούδης για τον χρόνο (1829) εμφάνισής του και το «πολιτιστικός» (χαρακτηρισμός «στατικός») φαίνεται να αποδίδει τις δραστηριότητες του «τεχνικού πολιτισμού» σε αντιδιαστολή προς το «πολιτισμικός» (χαρακτηρισμός «δυναμικός») που σχετίζεται με τον πολιτισμό ως «πνευματική καλλιέργεια».


Παρόμοιες και κατά συρροήν επισημάνσεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν για την πιο επίδικη, δηλαδή την περισσότερο ολισθηρή σε ιδεολογική χρήση των «ορισμών», δέσμη λημμάτων που «ερμηνεύουν» πτυχές της κοινωνικής και πολιτικής θεωρίας, εκτός από τις περιπτώσεις που ήδη έχω σημειώσει. Εντελώς ενδεικτικά προσθέτω: «αγκιτάτσια», «αναπαραγωγή», «αποκλεισμός κοινωνικός», «βία», «διαλεκτικός υλισμός», «εθνικοσοσιαλισμός», «έθνος», «ελίτ», ΕΠΟΝ, ΚΚΕ, «κομουνισμός», «μαρξισμός», «μαρξισμός-λενινισμός», «μετακομουνιστικός», «μπολσεβικισμός», «οικολογία», «ουτοπία», «παραγωγικοί συντελεστές», «περσοναλισμός», «πολιτική οικονομία», «πρόοδος», «σοβιέτ», «σοσιαλισμός», «συνδικαλισμός», «συνεργατισμός», «συντηρητισμός», «συντεχνιακός», «τεχνοκρατία» κτλ.). Συνολικά, η σιωπηρή άντληση των χρονολογήσεων του Κουμανούδη (παρά τις σχετικές διορθώσεις που έχει υποδείξει η πρόσφατη βιβλιογραφία αυτών των θεμάτων), η ροπή προς την αγγλική χρήση και όχι προς τη γαλλική και ιδίως τη γερμανική, που συχνά προηγείται, οι ανακρίβειες, οι παραλείψεις και οι παρανοήσεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι όλα σχεδόν τα λήμματα της φιλοσοφίας και των κοινωνικών επιστημών απαιτούν νέα επεξεργασία, μερική ή ριζική. Ο ερασιτεχνισμός είναι συμπαραστάτης της «κοινής χρήσης», που συνήθως αποδίδεται στον «κοινό νου» (και ο όρος αυτός δεν λημματογραφείται), και πρόξενος μορφών προχειρότητας, ενώ θα έπρεπε ο «λεξικολογικός πλούτος μιας γλώσσας» να μην «υποβαθμίζεται από ενδεχόμενες αδυναμίες του λεξικογράφου να συλλάβει σωστά και να περιγράψει επαρκώς το πολύπλοκο σύστημα των ποικίλων και λεπτών σημασιών και χρήσεων κάθε λέξης» (σ. 2034). Εκτός και αν η διαπίστωση αυτή αφορά και τον «ειδικό» τον οποίο αξιοποίησε συναφώς ο συντάκτης του Λεξικού… Ο,τι και να συμβαίνει, ισχύει η απόφαση του Wittgenstein: κατανοώ ένα «ομιλιακό ενέργημα» ή ένα λεξικό, όταν γνωρίζω «τι το κάνει αποδεκτό».


Ο κ. Παναγιώτης Νούτσος είναι καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.